Παιδάκια
04-04-2018

Ως παιδάκια, όχι εφηβάκια, για να περάσουμε ως αόρατοι, να πράξουμε τα δικά μας, δεν ήταν πάντα υποχρεωτικό να τρέχουμε στο πολυβολείο του Ταλαμπάς και στα πάρκα, η ακόμη και στο ερείπιο κοντά στη στρατώνα, με τον  ρημαγμένο λουτρό. Μπορούσαμε να εξαφανιστούμε και όπου τύχαινε πλήθος μαζεμένο, στη βόλτα της ασφάλτου, την ώρα του λυκόφωτος και κυρίως, στην αυλή του Αη Γιώργη, όταν γέμιζε στο τέλος των Χαιρετισμών και ιδίως τη Μεγάλη Εβδομάδα από οικογένειες με μικρά παιδιά , γέροντες και γερόντισσες που έβγαιναν σπανίως από τα σπίτια τους. Ο δημοτικός φωτισμός ήταν πολύ αραιός και χλομός, ενώ προς το Ρολόι, που ξεκινούσε η οδός Στράντζης, το πολύ να φωτίζονταν από ένα καρότσι-βιτρίνα που πωλούσε καραμελωμένα μήλα  μπηγμένα σε καλαμάκι. Όσο πιο μικροί και ενωμένοι με την παρέα μας, τόσο αόρατοι γινόμασταν.Ένα μάτσο παιδιών που αλώνιζε, προκαλούσε την προσοχή μόνον όταν οι γονιοί τους έριχναν μια ματιά, μήπως και ήταν μέσα στη μάγκα κανένα δικό τους βλαστάρι. Ποτέ άλλοτε.

Και τι κάναμε έτσι, ανεγνώριστοι και αχάπαροι «μέσα στην ερημία του πλήθους;». Κυριολεκτικά τίποτε. Πρώτα παίζαμε με τις λέξεις, ειδικά στον ξανθόν Απρίλη που δεν είχε και σχολείο. Με τον καιρό, αρχίσαμε να λατρεύουμε τα στιχάκια, δηλαδή ένα χειροποίητο ποιηματάκι που είχε ως εξής:

Μεγαφτέρα, μέγατρίτη, μεγατάρτη, μεγαπέφτη, μεγασκεύη, μεγαββάτο, καλημπάσκα.

Δεν ξέρω γιατί το βρίσκαμε τόσο, μα τόσο αστείο. Επίσης έλειπαν συνήθως οι μεγαλύτεροι σταυρωτήδες μας, που μας αγγάρευαν να τρέξουμε ομαδικώς στο σπίτι του Ψ.ή σε άλλο, να το κυκλώσουμε, να φωνάξουμε με δύναμη «Μπουρδέλο! Μπουρδέλο!» και μόλις άναβε το οργίλο φως της εξώπορτας , να εξαφανιστούμε.

Έλειπαν οι μεγάλοι ηγέτες της μάγκας μας, τέτοιες μέρες. Είτε γάμπριζαν (με τη φαντασία τους) είτε κάπνιζαν στουκάκια, ενώ όποιος είχε φράγκο, το έκαιγε στο μοναδικό καταγώγιο που είχε τον μηχανισμό που έβαζες νόμισμα και μια δαγκάνα, άμα ήσουν μάγκας, άρπαζε ένα κουτί τσιγάρα, των δέκα και σου το έβγαζε στη θυρίδα. Υπήρχαν πιτσιρικάδες έμπειροι ικανότατοι σε αυτό το άθλημα. Και αν πήγαιναν το πακέτο σε θηριώδη έφηβο, τρομοκράτη της γειτονιάς, κέρδιζαν την εμπιστοσύνη του και δεν είχε καψόνια.

Επίσης δεν υπήρχε, μέρες βόλτας, χαιρετισμών και μεγασκεύης, η καταδρομική επιχείρηση να σε στέλνουν οι λιπόσαρκοι αληταράδες με τα κίτρινα δόντια, να πας στην παρέα άλλων μεγάλων με τους οποίους είχαν διαφορές και να τους φωνάξεις δυνατά «γαμιέται η μάνα σου!». Δεν σε κυνηγούσαν, αλλά σημάδευαν εξαίσια με την πρώτη πέτρα που έβρισκαν αδέσποτη στο χωματόδρομο .

Έγερνε η μέρα. Άνοιξη. Βρίσκαμε τόπο να μαζευτούμε, σε σκοτάδι, συνήθως σταυροδρόμι, έξω από του Ζεγγίνη ή στης Πασχαλίνας, διαγωνίως κάτω από τους Κοτσίνηδες, ποτέ στη γωνιά του Βούλη Περιμένη, και μουρμουρίζαμε τα δικά μας. Ήταν ένα είδος Τζηπηές: στους δρόμους, ήταν η ώρα που έβγαιναν γειτόνισσες έξω στο πεζοδρόμιο με σκαμνάκια και χάζευαν την αραιή κίνηση, κουτσομπολεύοντας. Και ήθελαν να ξέρουν ότι τα καμάρια τους ήταν κάπου κοντά, γι’ αυτό δεν ψιθυρίζαμε αλλά ήθελαν να ακούνε μουρμουρητό.

Εμείς ακούγαμε την διήγηση ενός μεγαλύτερου, που είχε δει γέρο να πεθαίνει και σκουλήκιασε, για σινεμά που έδειχνε μπούτια, καθώς και διαφωνία, πάντα η ίδια, για το που έχουν οι γυναίκες το μουνί τους. Άλλοι έλεγαν μπροστά, άλλοι στογκώλο, δεν νομίζω πως πετύχαμε ποτέ το ακριβές σημείο.

Κι όταν κατέβαινε από τη δημοσιά και το καφενείο ο πρώτος πάτερ φαμίλιας, ακριβής ένδειξη πως ήταν ώρα  για μέσα, οι γειτόνισσες, σηκώνονταν και άρχιζαν τις προσκλήσεις. «Τάσο! Μιχαλάκη!» οπότε το διαλύαμε και επιστρέφαμε σαν καλά παιδιά.

Όταν ξάπλωνα για ύπνο νωρίτερα, οι αργοπορημένοι φίλοι μου, δεν ξεχνούσαν, αποχωρώντας να μου τραγουδήσουν ένα κατανυκτικό άσμα, υπέρ εμού, που χάνονταν καθώς απομακρύνονταν:

Πανούκλα, Χολέρα

Με κόλλησες και μένα!

Ήμουν ο μόνος που είχε το τραγούδι του, ήδη από την εποχή του Σουέζ, της Λάικα και της «Φωνής της Αλήθειας». Οπότε ήμουν πάντα ικανός στα πρώτα φλερτ, μετά πάντως από τότε που βγήκε ο νεσκαφές, τα καλαμαράκια in brine και το κλινέξ, να τραυλίζω στην αόρατη κόρη των λογισμών μου: «αυτό θέλω να είναι το τραγούδι μας», συνήθως Πέρι Κόμο και το Ποροπομπόμ.