Ο Πόθος στα Χρόνια του Γκούγκλη
20-04-2018

Έψαχνα κάτι ιδιότροπες μπαταρίες, ρεζέρβα για ηλιακά φωτιστικά, «πόλος» διέταξα τον γκούγκλη «πόθος» κατάλαβε. Τρόμαξα, πλημμύρισε η οθόνη με κλαδιά, τρόμαξα πιο πολύ, είχα να αντικρίσω κάτι παρόμοιο απ’ όταν ξεψύχησε η ζούγκλα στο τελευταίο ράφι της κουζίνας της θείας Ζωής. Μαζί με εκείνη. Δε γμται θα πεις, τουλάχιστον είμαστε ακόμη όρθιοι και τρομαγμένοι είμαστε, πολύ, δε βαριέσαι θα πεις, ναι αυτό λέω μήπως να μη βαριόμασταν πια τόσο, ο μόνος ευφυής είναι ο γκούγκλης, δοκίμασε να δεις. «Γαμιέσαι» θα καταλάβει.

Όταν κάποτε ξαναβρεθώ με τη θεία Ζωή να θυμηθώ να την ρωτήσω που χανόταν μερικά απογεύματα παρφουμαρισμένη και στολισμένη στην πένα κι όταν γύρναγε πρώτη της δουλειά να ξεσκονίσει και να ποτίσει τον Πόθο στο τελευταίο ράφι, μουρμουρίζοντας την «Μια Κάντιλακ Γκρενά». Ήλιος στην κουζίνα ούτε για δείγμα, όλο κι όλο ένα παραθυράκι με θέα φωταγωγό.

Δε γμνται και οι ρεζέρβες, όσο δεν φαίνεται ο ήλιος ας μην φαίνεται και το φως. Με ή χωρίς ήλιο φως δεν υπάρχει μόνο εκεί που τώρα παρφουμαρίζεται.

Ετικέτες: googleαναζήτηση