Ο μη ρηθείς λόγος
24-10-2020

Μαθημένοι επί δεκαετίες να εκλαμβάνουμε τα πρωθυπουργικά διαγγέλματα ως απρόσιτους χρησμούς, οφείλω να ομολογήσω πως ένας κυβερνήτης που θα ήταν από τα άγρια χαράματα έως τα μαύρα σκοτάδια μιας μορφής χαλαρός Τρυντώ, δεν ήταν άκρως επιθυμητό ξόρκι έναντι της αφιλότιμης ζωής. Του νεότερου Μητσοτάκη το «διάγγελμα» είναι ακόμη πιο νιανιά κι από τα αλησμόνητα διαγγέλματα του νεότερου Παπανδρέου, αυτού με τις «κάλτσες» που εννοούσε «κάλπες».

Αν ένας βουλευτής ή δήμαρχος μπορεί να «περάσει» μια εικόνα πρωτοξάδελφου, ένας πρωθυπουργός, ακόμη και ο υπηρεσιακός, είναι μια μορφή πατρική ή έστω πατριού. Κι ο Μητσοτάκης έχει νεωτερίσει: επιδιώκει, κατά την εκτίμησή μου να λειτουργήσει ως ο άνθρωπος της έσχατης λύσης, ως τελικός κριτής τεκταινομένων, ο συλλέγων τες αβανίες δικών του ή αλλοτρίων ανθρώπων. Τις πολιτικές κόντρες έχει αναλάβει ο Πέτσας, υποδυόμενος ένα ρομπότ της δεκαετίας του πενήντα (ανέκφραστος, άχρωμη φωνή, γραμματικός οπλαρχηγού της παλιγγενεσίας).

Από την άλλη, ο Μητσοτακισμός δεν βλέπω να θεωρείται επικίνδυνη σέχτα στο υποσυνείδητο των άλλων κομμάτων. Μάλλον επειδή οι ζυγαριές των άλλων κομμάτων δεν είναι ηλεκτρονικές και μοιάζουν με παλάγγα του μεσοπολέμου.

Κοντολογής, η μέθοδος «είμαι πρωθυπουργός, άρα η τελική έκφανση κάθε προβλήματος η τελική απάντηση-κατακλείδα σε κάθε ασθένεια», δεν φαίνεται να αποδίδει. Ο λαός δεν δίνει βάση στον Μητσοτάκη παραπάνω από αυτήν που προσφέρει στον Μαγιορκίνη.

Το κυριότερο: ο Μητσοτάκης έχει πείσει πως ακολουθεί το δικό του σχέδιο, άρα ευθύνεται και για τις αδυναμίες αυτού του σχεδίου. Βέβαια, το βάρος, πονηρά πέφτει σε  υφυπουργούς, γραμματείς υπουργείων και διευθυντές θεσμών. Αλλά το χάλι στις αστικές συγκοινωνίες, οι πονηράντζες τοπικών κοινωνιών και οι εμπνευστές των νυχτερινών πάρτι, συνυπάρχουσες με την παράλυση της «παλιάς καλής γραφειοκρατίας» δεν  τροφοδοτεί με ελπίδες τον Μητσοτάκη: το πολύ να σκέφτεται κάθε μέρα, την πιο βολική ημερομηνία εκλογών.

Ο Μητσοτάκης βρίσκεται στη δίνη ενός «πορίσματος» απ΄αυτά που συνήθιζε ο Θουκυδίδης: «ο λόγος που δεν ειπώθηκε, για ανθρώπους που βρίσκονται στην δική μας θέση, θα μπορούσε να άγει στο συμπέρασμα πως, αν λεγότανε, θα μας έσωζε».

Κι εδώ, όλη η νικήτρια παράταξη του Ιουλίου 2019, ομαδικά, συλλογικά και συνυπεύθυνα, βαρύνεται με μια τεράστια και χαοτική εταιρική ευθύνη:

Άργησε, χρονοτρίβησε, σκάρτεψε.

Ήτοι, ξεκινάει από το 2019 μια φανταιζί εκστρατεία εντυπώσεων (για παράδειγμα «να καθαρίσουν οι μονιές των μπαχαλάκηδων», «ναι ισχύσουν επιτέλους οι νόμοι» «να μετριαστεί η τοξικότητα και η μαλακωσύνη του νέου ποινικού κώδικα») αλλά την αφήνει στη μέση. Το πράττει συστηματικά. Και με την πανδημία, του έδωσε και κατάλαβε: από την αυγή του θέρους έως τα πρωτοβρόχια.

Οι δύο μαύρες τρύπες

Πρώτη και φαρμακερή: η άρνηση θερινής δράσης. Από τον Ιούνιο έως τέλος Σεπτεμβρίου, δεν κουνήθηκε τίποτε. Οι νεοέλληνες πήγαν στις θερινές τους άδειες, ταξίδεψαν μπέικα, άνοιξαν και ξετύλιξαν τα μέλη τους ελεύθερα στην εισδοχή συναλλάγματος, ανοίγοντας όπως τους καύλωσε κρουαζιέρες, τουριστικούς τόπους, νησάκια και νησέλια, ανοιγοκλείνοντας ξενοδοχεία, φαύλοι εκτιμητές πιθανών ευεργετικών αφίξεων. Η τουριστική περίοδος ήταν τόσο μαύρη και άραχλη που ξεπέρασε και το θέρος της Μεταπολίτευσης.

Δεύτερη και τοξική: η λανθασμένη εντύπωση πως η ψηφιοποίηση των αιτημάτων σήμαινε και εξαφάνιση της γραφειοκρατίας. Αυτό ήταν το χειρότερο. Διότι το αθάνατο Δημόσιο άρμεξε το κάθε τι. Παράδειγμα; Έβγαινε ένας φετφάς πως μπαίνουμε σε νέα δρομολόγια εκτελεστικά και αρκεί μια δήλωση να παίρνουμε σειρά. Όπως «500 νέοι γιατροί διορίζονται» ή «προσελήφθησαν καθαριστές». Μούφες. Η ανακοίνωση ήταν παρηγορητική έκθεση στην ώρα της, αλλά για να ευτυχήσει οποιαδήποτε μεταβολή, έπρεπε να δουλέψει το «σύστημα», για παράδειγμα ένας διαγωνισμός ή προεπιλογή με τα παλιά μυαλά. Κάθε πράξη, ήθελε δέκα λεπτά να αποφασιστεί (ωραίον!) και τετρακόσια τέρμινα για να γίνει πράξη (όπως η μαλατσία με τις διαστάσεις των μασκών). Δηλαδή έχτιζαν οικοδομές πάνω σε αρχαίες στοές ανθρακωρυχείων που κατέρρεαν.

Τρίτη, έμμεση συμφορά: η σαφρακιασμένη αντιπολίτευση. Ακόμη και σε περιόδους τρισχειρότερης ήττας, από τότε που θυμάμαι τα νηπιακά «στράτα-στρατούλα» του πρώτου Καραμανλή, η όποια αντιπολίτευση πούλαγε ακριβά το τομάρι της. Όχι η πρόσφατη. Δεν είναι τυχαία η έκλαμψη Τσακαλώτου, ενός άκρως αναποτελεσματικού, στα όρια του ακατανόητου, ανθρώπου και το φαινόμενο ενός Σύριζα χωρισμένου σε καυστικές, καρβουνιασμένες φέτες. Άκουγα τις προάλλες τον Βίτσα να καμώνεται τον έμπειρο προφήτη και του έδινα δίκιο. Κομμάτια και θρύψαλλα οι άλλοι, άνευ λόγου.

Τα κυβερνητικά λάθη, σωρός από ξυλοκάρβουνα. Τρεις μέρες πριν καταλήξει η δίκη της Χρυσής Αυγής, άκουγα καντρίλλιες από τον κυβερνοχώρο, πόσο οι ένστολοι ξέρουν τι τους γίνεται και να ακούμε στρατηγικά σχέδια παγίδευσης των πονηρών και τσουπ! ο Παπάς δεν έστειλε σήμα, την πούλεψε, τους ρεζίλεψε. Η επικοινωνιακή παρέμβαση ήταν προϊόν άσχετου γλειψιματία.

Το ίδιο ενοχλητικό ταμ-τιριρί, προέρχεται από ένα δημοσιογραφικό μένος εναντίον ενός κάκιστου γείτονα που απλώς κρατάει χαρακτήρα και προπαγανδίζει την «ψύχραιμον Ελλάδα». Απ΄όσο κατάλαβα, αναζητούμε κοχόνες να πιαστούμε, καθ΄όσον οι Γερμάνοι κάνουν αυτό που πάντα έπρατταν εδώ και έναν αιώνα. Και πέφτουν αράδα κομποσκοίνια να αντέξει ο Μπάιντεν να διατηρηθεί στη ζωή «επειδή είναι φιλέλλην»

Στο βάθος, βράζουν σε πένθιμη στοά, τα λόγια του Θουκυδίδη, από τα Πλαταιϊκά: «ὁ μὴ ῥηθεὶς λόγος τοῖς ὧδ᾽ ἔχουσιν αἰτίαν ἂν παράσχοι ὡς, εἰ ἐλέχθη, σωτήριος ἂν ἦν»