Έγκον Σίλε, Ο Θάνατος και η Κόρη, 1915
Ο Θάνατος και η Κόρη
02-08-2018

Τον Θάνατο τον συνάντησα στη μέση της πεδιάδας. Στην καρδιά μιας από τις μικρές παραβολές ελευθερίας που ήταν οι σχεδόν καθημερινές εξορμήσεις μου με το ποδήλατο τα απογεύματα έξω από την πόλη της Καρδίτσας και προς τις δυτικές οροσειρές. Κατακαλόκαιρο, διέσχιζα με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, στο μοναδικό αμαξιτό πέρασμα του κάμπου, απέραντες εκτάσεις ακίνητων αρωμάτων που χρύσωναν οι θημωνιές και ανάσαιναν βαθιά οι πυκνές φυλλωσιές δροσιάς στις συστάδες των μακρινών δέντρων, διάσπαρτες στα χωράφια, να ζωογονούν τους πνεύμονες και να διασκεδάζουν  το μάτι με την υπόθεση ενός υπαρκτού ορίζοντα: εκεί όπου φεύγοντας η πεδιάδα μαζί με τον ήλιο  έρχονταν η αιωνιότητα.  Το τέρμα ήταν τα βουνά και πέρα απ’ τα βουνά η υπόσχεση του δυτικού ουρανού που πυρπολούνταν από φλόγες όλων των αποχρώσεων του κόκκινου μέχρι το βαθιά μελανί ιώδες.

Φάνηκε έξαφνα μπροστά μου κλείνοντας κάθε ορίζοντα: ένας πελώριος αρχαϊκός μινώταυρος  από την εποχή των ανθρωποθυσιών· μετά ακούστηκε ένας υπόκωφος μυκηθμός σα να μουγκάνιζαν τα έγκατα της γης ή να σιγανομουρμουρμούριζε αφηρημένα ο εγκέλαδος, και είδα πως τον ακολουθούσε ένας κινούμενος λαβύρινθος από τεράστιες νωχελικές αγελάδες, μια συμπαγής μακεδονική φάλαγγα που αργοσάλευε βασιλικά τις βαριές της σάρκες πορευόμενη συντεταγμένα κατά πάνω μου, χωρίς να αφήνει καμία πιθανή οδό διαφυγής.  Πρόφτασα να δω με την άκρη του ματιού μου τον γελαδάρη να  ακολουθεί αμέριμνος πίσω δεξιά. Δεν με είχε δει, και αν με είδε, αδιαφόρησε βουκολικά—ήταν ήδη σκάνδαλο ο θηλυκός ποδηλάτης για τους αγροτικούς πληθυσμούς και για την εποχή,  και το γνώριζα αυτό καλά.

Δεξιά και αριστερά του δρόμου απλώνονταν απέραντα θερισμένα χωράφια, αλλά σε χαμηλότερο επίπεδο και αποκομμένα από αυτόν με βαθύ αγεφύρωτο και ανώμαλο χαντάκι. Χωρίς κανένα σύνδρομο Πασιφάης και με την περιουσία της Αριάδνης, άρπαξα τον μοναδικό αυτοκτονικό μίτο: πηδώντας αστραπιαία απ’ το ποδήλατο και αφήνοντάς το με πόνο ψυχής να βοϊδοπατηθεί, αφού έβγαλα ένα ουρλιαχτό που ξάφνιασε τον ταύρο, και δεν θα ξεχάσω ποτέ το φοβερό τυφλό βλέμμα του,— το βλέμμα του Θανάτου, βούτηξα προς τα δεξιά σε μια προσπάθεια να πηδήσω το χαντάκι και να βρεθώ στα χωράφια. Τα κατάφερα αλλά χάνοντας την ισορροπία μου και στραμπουλίζοντας απαίσια το ένα πόδι. Μισολιπόθυμη απ’ τον πόνο άκουγα μέσα σε ένα είδος  πρωτόγνωρης σωματικής συνείδησης τους καμπανιστούς χτύπους της καρδιάς μου να συνοδεύουν τους τριγμούς του ποδηλάτου μου καθώς το ποδοπατούσαν τα ζώα. Από τότε, πρώιμα αποφάσισα πως η τύχη—που καθόλου δεν πρέπει να συγχέεται με τη μοίρα, το πεπρωμένο και τα όμοια καθώς αυτά αναφέρονται σε αυθαίρετα συστήματα ερμηνειών—, η  τόσο συγκλονιστικά απούσα από τον εύμορφο ομηρικό κόσμο, όπου καμία δράση ή πράξη δεν είναι ορφανή, η αιφνιδιαστική αυτή τυχαία συνδρομή δυνάμεων που κάποτε θεωρούνταν πράξη θεών και που χωρίς αυτήν είναι αδιανόητη η ύπαρξή μας, είναι μια έννοια υπέρλογη, υπερπληρεξούσια να προκαλεί συμβάντα, μια υπερθεά—μια έννοια αυτοκράτειρα, πολιάδα, πολιούχα της πόλης του κόσμου. Καλώς είχε κάποτε τις εκκλησιές της, τις Τυχαίες τις εκκλησιές, καλώς την αποθανάτιζαν με αγάλματα, την φόρτωναν με τροχούς, φτερά, καστροπολιτείες και πόλους στο κεφάλι, στεφάνια και καρπούς  και κάθε είδος κέρατου αφθονίας μπας και την φέρουν σε λογαριασμό. Σε μια από τις άπειρες δυναμικές μεταπτώσεις της, σε μια αείροη  δίνη διαρκών μεταμορφώσεων, εκλύει Θάνατο. Σώθηκα τύχηι αγαθήι.

Άλλη φορά ήταν όταν  μπαίνοντας σαν σε όνειρο στην κάμαρη όπου δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο κοιμόταν το απαλό βρέφος που ήταν τότε μια γειτόνισσά μου, είδα μέσα από την ανάερη κουρτίνα, καθώς την ανέμιζε γλυκό το απριλιάτικο αεράκι, το αδυσώπητο σατανικό του βλέμμα στο ορθάνοιχτο αβλέφαρο ακίνητο μάτι, πάνω από το φονικό άγκιστρο του ράμφους του, ενός κιρκινεζιού. Ζυγιζόταν στον ουρανό της κούνιας αποτιμώντας  το τρυφερό θήραμα. Ήταν μια συγκλονιστική σύγκλιση γερακίσιας αρπακτικής θανατηφόρας βίας, έτοιμης να εκραγεί, και ολοκληρωτικά ανυπεράσπιστης αθωότητας που με μαρμάρωσε από τρόμο και αδυναμία. Όμως αντέδρασα και πάλι χυμώντας καταπάνω στο κιρκινέζι και τσιρίζοντας με όλη μου τη δύναμη. Ένα αυτοκρατορικό μεγαλειώδες άνοιγμα φτερών που πλησίαζε το ένα μέτρο γέμισε το δωμάτιο – ήταν ωραίο, πρόφτασα να σκεφτώ, θύμιζε τα λέπια στο θώρακα και τις φτερούγες του Θανάτου που κουβαλάει μαζί με τον Ύπνο τον νεκρό Σαρπηδόνα στον κρατήρα του Ευφρονίου· είχε τη θανατερή τους αυστηρή γεωμετρική αφαίρεση που συμπύκνωνε τη βία και την μεταμόρφωνε σε αμυντική διακόσμηση και καλαισθησία, γιατί κατά τα άλλα ο Θάνατος του Ευφρονίου ήταν ένας παρήγορος Θάνατος, ένας πονόψυχος άοπλος περατάρης, χωρίς δόρυ και ξίφος, που αναλάμβανε να κηδέψει ως την μακρινή  πατρίδα του το ωραίο κορμί του νεκρού, ήταν κι αυτός ωραίος, με το κομψό του γένι και το γαλανό μάτι του. Ενώ αυτό το γαμψό ράμφος…Και λιποθύμησα.

Από τον Θάνατο του Ευφρονίου όπου αποθεώνεται το κάλλος  της μορφής  μέχρι τον γκροτέσκο σκελετό με τη νεκροκεφαλή που σέρνει τον μεσαιωνικό Μακάβριο Χορό σαν αποτρόπαια υπόμνηση της καταθλιπτικής γενικής σκωληκόβρωτης μοίρας των σωμάτων εξαντλείται μέσα σε δεκαοχτώ αιώνες ο παραστατικός διάλογός μας με τον Θάνατο. Αντιθέτως, ανεξάντλητος παραμένει ο μυθιστορικός, παραμυθικός διάλογος που αναδύεται τον δεύτερο μεταχριστιανικό αιώνα με τον Λουκιανό τον Σαμοσατέα και τους Νεκρικούς Διαλόγους του και προσφέρει μαζί με την προφορική παράδοση το λογοτεχνημένο αρχέτυπο κείμενο της Συνομιλίας με τον Θάνατο. Το βασικό της σχήμα, ο διάλογος, κυριαρχεί πέρα από σύνορα, γλώσσα και παραδόσεις με πρώτο και μέγιστο ενοποιητικό στοιχείο τον ρυθμικό, έμμετρο, ομοιοκατάληκτο ή εσωτερικά ρυθμικό,  βηματισμό της φαντασίας που μέσα σε τόση αχαλίνωτη ελευθερία επιδιώκει να μπει στον ζυγό του ρυθμού. Με μαγικό οπλοστάσιο επαναληπτικών επικλήσεων, ρητορική πανουργία, γλαφυρή επιχειρηματολογία, ανεξάντλητη παραστατική  εικονοποιία  και ισομοιρασμένες τις ετοιμόλογες ατάκες ο διάλογος προσφέρει τους όρους του  εξανθρωπισμού του μεγάλου τίποτα και το έδαφος για  μια υπεράνθρωπη  επιχείρηση πρόσκαιρης ισοπαλίας. Και αν ο μελλοθάνατος δεν μπορεί να μεταστρέψει την άτροπη μοίρα του, με σύμμαχο το χρόνο, τον ζωντανό χρόνο της δημιουργίας, τα έργα του λόγου και της φαντασίας που μένουν εκεί, κτήμα όλων, υπερτερούν κατάγοντας νίκη περιφανή και παρηγορητική. Παραδίδοντας τον ζοφερό μηδενιστή στην γενική καταισχύνη.

Τα έργα του λόγου και της φαντασίας δεν πεθαίνουν. Κινδυνεύουν ασφαλώς να λησμονηθούν, αλλά δεν πεθαίνουν. Ακόμα περισσότερο δεν πεθαίνουν τα έργα μιας γλώσσας που ο αδιαπραγμάτευτα μεταφορικός της χαρακτήρας είναι εγγύηση αφθαρσίας—τα έργα της μουσικής.

«Όπως ο μεγάλος αθλητής, έτσι και ο σπουδαίος καλλιτέχνης είναι ταυτόχρονα άρτια εκπαιδευμένος και βαθιά ενστικτώδης» συνοψίζει ο Κρίστοφερ Ρικς στο δεξιοτεχνικό βιβλίο του «Οράματα της Αμαρτίας κατά τον Μπομπ Ντίλαν». Στο συναρπαστικό αυτό βιβλίο, όπου άλλα τραγούδια του Ντίλαν από το διάσημο άλμπουμ του  «Oh Mercy» υποβάλλονται στην εμβριθή “close reading”, ενδελεχή, λεπτομερή, επισταμένη ανάγνωση του Ρικς, ο «Άντρας με το μακρύ μαύρο πανωφόρι» (Man in the Long Black Coat) αποσιωπάται. Που μπορεί να σημαίνει σκόπιμα παραβλέπεται ή απλώς παραλείπεται γιατί άλλα τραγούδια εξυπηρετούν καλύτερα τα επιχειρήματα του βιβλίου. Κι όμως ο αντίζηλος Θάνατος με μια στυφή γεύση αμαρτίας, πασπαλισμένος θλιβερή θνητή σκόνη,  με έναν σπαρακτικό, παντοδύναμο παραλογισμό της καρδιάς ή μ’ ένα θέλημα της Τύχης, κάπου μεταξύ λαϊκής μπαλάντας και ατομικού λυρισμού, κάπου ενδιάμεσα στην δεξιοτεχνική έλλειψη  σύγχρονου τεθλασμένου ποιητικού λόγου και  στην ευθύγραμμη αθώα κυριολεξία λαϊκού,—ο Θάνατος είναι εδώ, εμπλεγμένος σ’ έναν τριγωνικό Διάλογο ανάμεσα στον οραματιστή, αινιγματικά ουδέτερο πάσχοντα Αφηγητή και τη Γυναίκα που έφυγε μ’ Αυτόν, τον αντίζηλό του, αφού στροβιλίστηκε μαζί του σ’ έναν Μακάβριο Χορό, ένα πα-ντε-ντε στην παλιά αίθουσα χορού, στα περίχωρα της πόλης, όπου συνήθως τοποθετούνται τα νεκροταφεία,—είναι εδώ μια ποιητική εικόνα όπου τίποτα δεν είναι τυχαίο, όλα είναι μελετημένα, δίχως τίποτα να περισσεύει, και όμως εμψυχωμένα από μια αξιοσημείωτη αφομοιωτική δύναμη ποιητικού ενστίκτου, που τρέφεται ασφαλώς από τις ρίζες της λαϊκής ποιητικής και μουσικής παράδοσης, στηρίζεται  σε αυτές και απογειώνεται απελευθερωμένο.

Man in the long black coat

Crickets are chirpin’ the water is high
There’s a soft cotton dress on the line hangin’ dry
Window wide open African trees
Bent over backwards from a hurricane breeze
Not a word of goodbye not even a note
She gone with the man in the long black coat

Somebody seen him hangin’ around
At the old dance hall on the outskirts of town
He looked into her eyes when she stopped him to ask
If he wanted to dance he had a face like a mask
Somebody said from the bible he’d quote
There was dust on the man in the long black coat

Preacher was talking there’s a sermon he gave
He said every man’s conscience is vile and depraved
You cannot depend on it to be your guide
When it’s you who must keep it satisfied
It ain’t easy to swallow it sticks in the throat
She gave her heart to the man in the long black coat

There are no mistakes in life some people say
It is true sometimes you can see it that way
But people don’t live or die people just float
She went with the man in the long black coat

There’s smoke on the water it’s been there since June
Tree trunks uprooted beneath the high crescent moon
Feel the pulse and vibration and the rumbling force
Somebody is out there beating on a dead horse
She never said nothing there was nothing she wrote
She gone with the man in the long black coat

Εκεί, στις ρίζες της παράδοσης, ο Θάνατος είναι η φοβερή μονοσύλλαβη απειλή που αδυνατεί να την ενσαρκώσει η φαντασία και τα μάτια να τη δουν σαν μορφή, μια σειρά από φρικτά αισθήματα, η νέκρωση των αισθήσεων, η κατάργηση της κίνησης, η διεκδίκηση του θνητού σώματος από το χώμα και τα σκουλήκια, σε οποιαδήποτε ηλικία και κοινωνική θέση, βασιλεύς ή στρατιώτης, χωρίς έλεος και χωρίς περιθώριο χρόνου πρέπει να παραδώσει ο μελλοθάνατος την ψυχή και η συνομιλία, όλη η μονοσύλλαβη συνομιλία (τρεις ή τέσσερις τρισύλλαβες λέξεις στο πολύστιχο τραγούδι) είναι μια καταδικασμένη ικεσία του θνητού να τον σπλαχνιστεί έστω για μόνο ένα ακόμα χρόνο ο αδέκαστος ανυπέρβλητος τύραννος,  και  μια λακωνική περιγραφή της σκληρότητάς του σκαλισμένη στο σκληρό ξύλο αιωνόβιας βαλανιδιάς με το σουγιά και την αδρότητα λαϊκού ξυλόγλυπτου χωρίς αισθηματικές φλυαρίες και εκλεπτύνσεις

Από εδώ, από αυτήν τη ρίζα, σε δυο εκδοχές, μια α καπέλα και μια με μπάντζο, πάντα με τον Ραλφ Στάνλεϊ, πηγάζει ο Μπομπ Ντίλαν:

Oh Death

Oh Death
Whoa, Death
Won’t you spare me over till another year?

What is this that I can’t see?
With ice-cold hands taken hold of me
Well this is Death, none can excel
I hold the key for heaven or hell

Oh Death
Whoa, Death
Won’t you spare me over till another year?

Well, I’ll rattle your tongue till you can’t talk
I’ll step on your limbs till you can walk
I’ll blind you eyes till you can’t see
This very hour, come and go with me

Oh Death
Whoa, Death
Won’t you spare me over till another year?

Oh Death, how you’re treatin’ me
You’re blindin’ my eyes till I can’t see
You’re steppin’ my limbs that are makin’ me cold
Takin’ my body from my soul

Oh Death
Whoa, Death
Won’t you spare me over till another year?
Won’t you spare me over till another year?
Won’t you spare me over till another year?

[Επιπλέον στίχοι που δεν περιλαμβάνονται σέ αυτήν την ηχογράαφηση:]
I’ll fix your feet ’til you can’t walk
I’ll lock your jaw ’til you can’t talk
I’ll close your eyes so you can’t see
This very hour, come and go with me

This is Death, I come to take the soul
Leave the body and leave it cold
To drop the flesh off of the frame
The earth and worms both have a claim

My mother came to my bed
Placed a cold towel upon my head
My head is warm, my feet are cold
Death is a-movin’ upon my soul

Oh Death, how you’re treatin’ me
You closed my eyes so I can’t see
Well, you’re hurtin’ my body, you make me cold
You run my life right out of my soul

Oh Death, please consider my age
Please don’t take me at this stage
My wealth is all at your command
If you will move your icy hand

Oh the young, the rich or poor
All alike me, you know
No wealth, no land, no silver, no gold
Nothin’ satisfies me but your soul

Oh Death
Whoa, Death
Won’t you spare me over till another year?
Won’t you spare me over till another year?
Won’t you spare me over till another year?

Με το  «Ο Θάνατος και η  Κόρη», τραγούδι σε ρε ελάσσονα, υπ. αρ. 531 στον θεματικό κατάλογο των έργων του Σούμπερτ (1797-1828) από τον Ντόιτς (D531), ή έργο 7 αρ. 3, συνθεμένο από τον εικοσάχρονο συνθέτη το 1817, και δημοσιευμένο, τυπωμένο στη Βιέννη το 1821, πάνω σε ποίημα του γερμανού ποιητή Ματθία Κλάουντιους, με διάρκεια μουσικής εκτέλεσης 2 λεπτών και περίπου 20 δευτερολέπτων, εγκαταλείπουμε τον κόσμο της περιορισμένης μουσικής εμπειρίας, με εύλογα και αυτονόητα όρια, όπου μας μετέφεραν τα προηγούμενα δείγματα, για τον βαθύ αντίλαλο ενός απόκρημνου, κορυφαίου κατορθώματος  μουσικής επιστήμης, μουσικού ενστίκτου, ψυχικής πυκνότητας, σπαρακτικής τρυφερότητας, ανθηρού, χλωρού ρομαντισμού και ώριμης κλασικής ισορροπίας.

Το ποίημα είναι  ασήμαντο – εννιά στίχοι ενός διαλόγου που μοιράζονται η Κόρη και ο Θάνατος: με κομμένη την ανάσα η κόρη βλέπει μπροστά της το σκιάχτρο του μακάβριου σκελετού με την νεκροκεφαλή να την πλησιάζει και επικαλούμενη τα νιάτα της προσπαθεί να τον απομακρύνει—είμαι ακόμα νέα, του λέει, προσπέρασέ με, φύγε από δω· μα κιόλας από την επανάληψη του «φύγε από δω», η ήττα της είναι φανερή. Ο  Θάνατος αρπάζοντας τη συνέχεια της αρχικής αργοβάδιστης, σχεδόν ακίνητης πιανιστικής εισαγωγής που δηλώνει την πληρεξουσιότητα του Θανάτου, κατά την προσφυή περιγραφή του Γκρέιαμ Τζόνσον, μασκαρεύει τη φρίκη του με την  μαρμαρωμένη αυθεντία του φιλεύσπλαχνου παρηγορητή: «Δώσ’ μου το χέρι σου, όμορφο και τρυφερό πλάσμα, είμαι φίλος, δεν έρχομαι να τιμωρήσω, χαμογέλα, δεν είμαι άγριος, γλυκά θα κοιμηθείς στην αγκαλιά μου».

Ήταν ειδικότητα του Σούμπερτ να μετατρέπει ποιητικές κοινοτοπίες σε απαράμιλλα μουσικά κατορθώματα. Στα πάνω από 600 τραγούδια του περιλαμβάνονται κάμποσες ποιητικές αδεξιότητες που απογείωσε η μουσική του δεξιοσύνη. Στην «τρομοκρατία των [ρυθμικών] δακτύλων [μία μακρά, δύο βραχείες συλλαβές] που εξαπολύει η επωδός, το ριτορνέλο, πιανιστικό και φωνητικό, του τραγουδιού» ο Τζόνσον αναγνωρίζει  το οικείο σήμα του Σούμπερτ για την «μηχανική των ανεξιχνίαστων δυνάμεων της φύσης» και στην τονικότητα της ρε ελάσσονος, «την τονικότητα του θανάτου, από τότε που ο Μότσαρτ συνέθεσε την μουσική του Κομεντατόρε στον «Ντον Τζοβάνι», μια όπερα που όπως όλα τα σκηνικά έργα του Μότσαρτ επηρέασε ισχυρά τον Σούμπερτ». Στην τελική μείζονα παρηγορία όπου ξεστρατίζει καταλήγοντας στην άφατη γαλήνη του αδελφού Ύπνου, το τραγούδι, τι να αναμετρήσει ο ακροατής—την πρωτοτυπία της μουσικής χειρονομίας με την οποία ο άγουρος εικοσάρης συνθέτης μας οδηγεί προς τα βασίλεια της σιωπής, ίσως, τη συνέχεια της μουσικής συνομιλίας του με τον Μότσαρτ, τον Μπετόβεν και τον Γκλουκ, ίσως. Μα πιο πολύ απ’ όλα, ίσως, να σταθούμε στην υπερβατική δύναμη της μουσικής προσωποποιίας και τον πυκνό, κατασταλαγμένο  ψυχικό πόνο  αυτού του τραγουδιού.

Εφτά χρόνια αργότερα, στα 1824, ο εικοσιεφτάχρονος Σούμπερτ, άρρωστος και όλο εγγύτερα στο θάνατο (1828) μεταφυτεύει το θέμα του Θανάτου από το τραγούδι στο δεύτερο μέρος του Κουαρτέτου εγχόρδων αρ. 14, D810, και πάλι σε ρε ελάσσονα, γνωστό κι αυτό με την επωνυμία «Ο Θάνατος και η Κόρη». Ο διάλογος με το Θάνατο βαθαίνει,  πλουτίζεται, καλύπτει τον ορίζοντα της μουσικής εμπειρίας, χωρίς και πάλι να εξαντληθεί.

 

 

5 σχόλια:
  • Σωκράτης Γεωργιάδης
    10-08-2018 03:28

    Εξαιρετικό κείμενο. Μεστό και πολυδιάστατο.
    Συγχαρητήρια!

  • Κλαίτη Σωτηριάδου
    06-08-2018 17:47

    Εξαιρετικό κείμενο! Μπράβο!

  • Μάνος Στεφανίδης
    06-08-2018 08:23

    Εξαιρετικό κείμενο. Εκπληκτικό δώρο!

  • Κώστας Δεληδημητρίου
    05-08-2018 21:41

    Πολύ ωραίο κείμενο!!!!!

  • Θέμης Ζαφειροπουλος
    05-08-2018 19:48

    Μπράβο Ερση!

Αφήστε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
*