Φωτογραφία: Γιώργος Καλφαμανώλης
Μια εκδρομή στο Άγιον Όρος
11-10-2019

Δεν ήταν η πρώτη φορά που θα επισκεπτόμουν τον Άθω. Η παρθενική μου επαφή με το Άγιον Όρος είχε συμβεί μερικά χρόνια πριν, το 1990, όταν βρέθηκα εκεί για τις ανάγκες ενός ρεπορτάζ που είχα αναλάβει εκ μέρους του Marie Claire. Ήταν η εναρκτήρια συνεργασία μου με το περιοδικό, το πρώτο μου θέμα, και ήμουν ιδιαίτερα αγχωμένος. Έπρεπε να τα καταφέρω παρά την δυσκολία του εγχειρήματος που, αν μη τι άλλο, ήταν και δική μου ιδέα. Κι αυτό γιατί, οι μοναχοί λόγω ιδιοσυγκρασίας και του σχήματός τους βεβαίως, είναι στην πλειοψηφία τους, έτσι κι αλλιώς, λιγομίλητοι κι επιφυλακτικοί με όλους εμάς τους «κοσμικούς» επισκέπτες. Όταν μάλιστα καταλάβαιναν, από τις ερωτήσεις
μου ή από την προσπάθεια του Χάρη Χριστόπουλου να τους φωτογραφίσει, ότι ήμασταν «δημοσιογράφοι», κλεινόντουσαν σαν στρείδια και μας απέφευγαν. Έχοντας κατ΄ επανάληψη «καεί από το κουρκούτι, φύσαγαν και το γιαούρτι». Τέλος πάντων, όλα πήγαν κατ΄ ευχήν και το ρεπορτάζ που ετοίμασα, ισορροπημένο και διακριτικό στην αντιμετώπιση των Άγιων Πατέρων, άρεσε πολύ. Εγώ δε γύρισα πίσω στα εγκόσμια, γοητευμένος από την μοναστική ζωή και την ατμόσφαιρα της υπερχιλιετούς βυζαντινής παράδοσης που συνάντησα εκεί, μιας παράδοσης πραγματικά ολοζώντανης και τόσο κατανυκτικής!

 

Έκτοτε αρκετές φορές επέστρεψα προσκυνητής ταπεινός, νοσταλγός πάντοτε της ψυχικής κάθαρσης και του πρώτου εξαγνισμού που ερήμην μου αξιώθηκα,
χωρίς αυτό να σημαίνει όμως, πως δεν συνυπήρχε πάντοτε και κάποιος, ας το πούμε, εκδρομικός χαρακτήρας στην αποφασή μου να μεταβώ στο Άγιον Όρος. Ώσπου τον Οκτώβριο του 1996 έπεσε και πάλι από την παρέα η ιδέα να την κάνουμε για επάνω. Είχαν σφίξει και τότε τα πράγματα, για διαφορετικούς λόγους στον καθένα μας, και αναζητούσαμε όλοι μας μια ψυχική αποσυμπίεση. Συμμετοχή δήλωσαν από τους παλαιούς «μύστες» οι φίλοι Δημήτρης Ξανθούλης και Γιώργος Παυριανός. Ζωηρό ενδιαφέρον εκδήλωσε επίσης, ως νεοφώτιστος, ο φωτογράφος Γιώργος Καλφαμανώλης κι από κοντά ο βοηθός του Ντάνος Τσέλιος. Τέσσερις αυτοί κι ένας εγώ πέντε. Ήμασταν ότι πρέπει αριθμητικά, ούτε λίγοι ούτε πολλοί, για την πολυπόθητη απόδραση. Με το πρώτο πρωινό δρομολόγιο της Ολυμπιακής πετάξαμε για την Θεσσαλονίκη κι από εκεί με το
λεωφορείο του ΚΤΕΛ φθάσαμε στο λιμάνι της Ουρανούπολης. Βγάλαμε τα απαραίτητα «διαμονητήρια» και μπήκαμε στο πλοιάριο που θα μας πήγαινε στην Δάφνη, το επίνειο του Αγίου Όρους. Η θάλασσα ήταν λάδι και μια γλυκιά ησυχία επικρατούσε στο κατάστρωμα με τους ταξιδιώτες. Μόνο τα κρωξίματα των γλάρων διέκοπταν κατά διαστήματα την γαλήνη της διαδρομής. Όταν όμως εμφανίστηκε να κολυμπάει σε μικρή απόσταση από εμάς ένα κοπάδι δελφινιών, κάνοντας κάθε τόσο χαριτωμένες βουτιές και άλλα τσαλίμια, έσπευσαν όλοι να μετακινηθούν για να τα θαυμάσουν. Ήταν το πιο απρόσμενο κι όμορφο συνάμα καλωσόρισμα που θα μπορούσε να μας συμβεί. Άλλο αν την υποδοχή αυτή των δελφινιών κάποιοι την εξέλαβαν, λόγω εσωτερικής ανάγκης προφανώς, ως θεϊκό τάχα σημάδι!

 

Αποβιβαστήκαμε και ακολουθήσαμε την πεπατημένη. Ανεβήκαμε με το λεωφορείο στις Καρυές κι από εκεί το κόψαμε πεζή. Είχε μεσημεριάσει πλέον. Ήταν ένα από εκείνα τα γλυκά Φθινοπωρινά μεσημέρια που δυστυχώς στην πόλη περνούν απαρατήρητα, ενώ αντίθετα μέσα στην φύση αποκτούν την αξία που τους ταιριάζει. Ήταν και η εκδρομική διάθεσή μας βεβαίως, νιώθαμε αλλιώς, είχαμε γίνει και πάλι παιδιά εν φυσική αθωότητι τελούντα, έτοιμα όμως και για κάθε είδους σκανταλιά. Βγάλαμε τα μπουφάν και τα ρίξαμε στους ώμους. Η παρέα χαλαρή και σε πλήρη σύμπνοια, όλο αστεία, πειράγματα και γέλια,
κινούσε για την μονή Σταυρονικήτα, την πιο κοντινή στην διαδρομή μας για διανυκτέρευση. Προορισμός μας ήταν η μονή της Μεγίστης Λαύρας, η παλαιότερη, η πρώτη τη τάξει του Όρους και τόσο προσφιλής σε όλους, πλην όμως έπεφτε πολύ μακριά. Εκτός κι αν ήμασταν τυχεροί και περνούσε κανένα αυτοκίνητο, κάποιο φορτηγό ίσως που πήγαινε φορτωμένο με πράγματα προς εκείνη την κατεύθυνση, και μας έπαιρνε μαζί του. Δεν είχαμε προλάβει ούτε χιλιόμετρο πεζοπορίας να κάνουμε όταν ω του θαύματος, πέρασε ένα φορτηγό με ανατρεπόμενη καρότσα που θα άφηνε κάποια οικοδομικά υλικά στην Λαύρας. Σκαρφαλώσαμε σαν γηραλέοι αίλουροι στην καρότσα και κρατηθήκαμε
γερά να μην σαβουρντιστούμε! Ο χωματόδρομος σπαρμένος κοτρώνες και ξαφνικές λακούβες προκαλούσε μεγάλους κλυδωνισμούς κι αναταράξεις στο ταλαίπωρο όχημα, εμείς όμως απολαμβάναμε το συνεχές «κοσκίνισμα» πανευτυχείς.

 

Αντί για τον ξενώνα της μονής που ήταν παραπλεύρως από το Αρχονταρίκι, εμείς είχαμε την εύνοια να καταλύσουμε στο φιλόξενο κονάκι του ιερομόναχου και Πνευματικού μου τω καιρώ εκείνω, του «γέροντα» Προδρόμου. Τα βράδια, όταν επιτέλους τελείωνε με τα ουκ ολίγα διακονήματα που είχε αναλάβει, επέστρεφε στο κελί του. Το μόνο που ζητούσε από εμένα, κι αυτό χάριν της οικειότητας που είχε αναπτυχθεί μεταξύ μας, ήταν ένα ζεστό κακάο με μπόλικη ζάχαρη. Οι υπόλοιποι είχαμε όλο το ελεύθερο να καταναλώνουμε τσιπουράκι από την δαμιτζάνα. Μας επέτρεπε να πιούμε, αλλά με μέτρο πάντοτε, κάνα δυο, άντε τρία το πολύ. Κι όταν μας έκοβε η λόρδα, αν δεν ήταν ημέρα νηστείας, Τετάρτη ή Παρασκευή, μπορούσαμε να φτιάξουμε και καμιά ομελέτα για να διασκεδάσουμε την πείνα μας. Εκείνος περιορίζονταν πάντοτε στο ψωμί και τις ελιές, μαζί με λίγο χαλβά που πολύ του άρεσε. Μαζευόμασταν στο τζαμικιάνι, το εξωτερικό χαγιάτι του κελιού με τα πολλά τζαμιλίκια και την υπέροχη τις νύχτες με πανσέληνο θέα του προς το «κάθισμα» του Ρωμανού του Μελωδού. Στριμωγμένοι όλοι πέριξ του γέροντα πιάναμε τις συζητήσεις. Ποτέ δεν μας χάλασε το χατήρι να καθήσει μαζί μας. Και ποτέ δεν μας αποπήρε για τις αστοχίες του λόγου μας ή τις αφέλειες που συχνά – πυκνά, ελαφρά τη καρδία, εκστομίζαμε. Με κατανόηση και πολύ χιούμορ μας έβαζε στην θέση μας… Όταν
κατάκοπος άρχιζε κάποτε να χασμάται, κάνοντας ταυτοχρόνως το σημείο του σταυρού στο μισάνοιχτο στόμα του, μας καληνυχτούσε και διακριτικά απεσύρετο στο δωματιό του να πλαγιάσει. Πριν αποχωρήσει από την ομήγυρη μας υπενθύμιζε ότι καλό θα ήταν να έχουμε τον νου μας, να μην μας πάρει ο ύπνος και δεν μεταβούμε στον ναό για την θεία λειτουργία που θα άρχιζε, όπως πάντα, γύρω στις τρεις το πρωί. Εκείνος πάντως, ξέροντας την αδυναμία μας για χουζούρι, πριν φύγει για τον ναό, κτυπούσε διστακτικά την πόρτα του δωματίου μας για να εγερθούμε. Άλλοτε τα καταφέρναμε, άλλοτε πάλι προλαβαίναμε να πάμε στην λειτουργία λίγο πριν από το «Δι΄ ευχών»!

 

Μέσα στον μεγάλο βυζαντινό ναό, σκότος βαθύ επικρατούσε, μόνο το αμυδρό φως των καντηλιών και το λιγοστό των μετρημένων κεριών στα μανουάλια υπήρχε. Σκιές εκινούντο κάθε τόσο, ένα ελαφρύ σούρσιμο μόλις αντιληπτό, δήλωνε πως επρόκειτο για ζωντανά πλάσματα με σάρκα και οστά. Ήταν οι μοναχοί! Εμείς οι «κοσμικοί» έχοντας πιάσει ο καθένας από ένα στασίδι και ακουμπώντας το πρόσωπο ανάμεσα στις ανοιχτές παλάμες μας, κλέβαμε κι από κανέναν υπνάκο κάθε τόσο, προσποιούμενοι πως είχαμε δήθεν περιέλθει σε άκρα περισυλλογή και κατάνυξη. Οι γλυκιές ψαλμωδίες, οι σχεδόν ψιθυριστές, η θαλπωρή του ναού, καθώς και το απότομο ξύπνημα που είχε μόλις προηγηθεί, όλα αυτά μαζί και συνδυαστικά συνέβαλαν στην υπναλέα κατάσταση που κάθε φορά και παρά την θελησή μας, βρισκόμασταν παγιδευμένοι! Υπήρχε μέγας κίνδυνος να εκτεθούμε από κανένα ανεξέλεγκτο ροχαλητό, ως συνακόλουθο της βαθείας χαλάρωσης και της μουργέλας, μα ευτυχώς κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Τελειώνοντας η λειτουργία στις έξι το πρωί περίπου, ακολουθούσε λίγο μετά η «τράπεζα» με κανονικό γεύμα, καθότι εκεί, κατά το βυζαντινό σύστημα, η καινούργια ημέρα αρχίζει να μετράει με την δύση του ηλίου κι όχι μετά τα
μεσάνυκτα. Στην συνέχεια μπορούσαμε να ακολουθήσουμε το δικό μας πρόγραμμα, να πάμε καμιά βόλτα μέχρι κάτω στον αρσανά της Μονής ή να επισκεφτούμε την Ρουμάνικη Σκήτη και το «κάθισμα» του Αγίου Αθανασίου, το ησυχαστήριό του δηλαδή, που βρίσκεται σε μικρή απόσταση στο πίσω μέρος της Σκήτης κι έχει με μιαν απίστευτη θέα στο Αιγαίο. Το περπάτημα μέσα στην άγρια φύση είναι πάντοτε τόσο χαλαρωτικό, εξαγνίζει θαρρείς κι αποκαθάρει την ψυχή μ΄ έναν μαγικό τρόπο.

 

Κινούσαμε κατά ΄κει το μεσημεράκι συνήθως. Η διαδρομή ήταν σχετικά σύντομη, λιγότερο από μίαν ώρα. Κρατώντας ραβδιά ως αυθεντικοί οδοιπόροι, ανέμελοι κι ανάλαφροι, έχοντας αποτινάξει προ πολλού τα βαρίδια της πόλης, η παρέα μας έμοιαζε περισσότερο με εφήβους που λάθρα εξερευνούν το απαγορευμένο σ΄ αυτούς «μαγεμένο δάσος», παρά με ταλαίπωρους ενήλικες. Τα πειράγματα και τα αστεία έδιναν κι έπαιρναν. Ώσπου σε μία από αυτές τις σύντομες εκδρομές, κάποιος είχε την ιδέα να αγοράσουμε κατά την επιστροφή και να πάρουμε μαζί μας μερικές μποτίλιες από το θαυμάσιο τσίπουρο που έφτιαχναν οι Ρουμάνοι μοναχοί και το εμπορεύονταν. Μας το έβαλαν πρόθυμα σε κάτι δίλιτρα μπουκάλια coca cola ενθουσιασμένοι με τους αναπάντεχους
πελάτες τους. Τότε ήταν που ο Παυριανός έδωσε στην Ρουμάνικη Σκήτη την ιερόσυλη πλην χαριτωμένη κωδική ονομασία, «το μπαράκι της Ράτκας»! Φύγαμε αρκετά πριν από την δύση. Στο δρόμο κουτσοπίναμε, εκτός του Ξανθούλη που δυσανασχετούσε με την μπέκρα μας κι όλο κάτι μουρμούριζε. Το κέφι συνεπικουρούμενο από το αλκοόλ είχε ανέβει. Ο Καλφαμανώλης όλο ενθουσιαμό μας απαθανάτιζε κάθε τρεις και λίγο. Ήμασταν τυχεροί να έχουμε φίλο επαγγελματία φωτογράφο και μάλιστα της πρώτης γραμμής. Δεν υπήρχαν ακόμη τα κινητά τηλέφωνα για να τραβάει ο καθένας κατά βούληση. Από κοντά
κι ο Τσέλιος, ο βοηθός του κι εκπαιδευόμενος φωτογράφος. Σταματήσαμε για λίγο σ΄ ένα ξέφωτο να πάρουμε μιαν ανάσα και να θαυμάσουμε το λυκόφως. Αυτό ήταν. Με την κουβέντα και καθώς ήμασταν ντίρλα από το τσίπουρο μας πήρε η νύχτα και νυχτωθήκαμε…

 

Φτάνοντας έξω από την καστρόπορτα της Μονής την βρήκαμε κλειστή κι
αμπαρωμένη. Χτυπήσαμε, βροντήσαμε, φωνάξαμε, αλλά τίποτα. Με τα πολλά ένα μικρό παράθυρο ψηλά στα τείχη φωτίστηκε ξαφνικά και άνοιξε. Στο άνοιγμά του μια κολογερίσια φιγούρα εμφανίστηκε μ΄ ένα λυχνάρι και μας ρώτησε ποιοι ήμασταν και τι θέλαμε τέτοιαν ώρα. «Ήμαστε φιλοξενούμενοι του γέροντα Πρόδρομου» είπαμε με μια φωνή. «Καθυστερήσαμε να επιστρέψουμε από την Ρουμανική Σκήτη που είχαμε πάει από νωρίς», δικαιολογηθήκαμε ως παιδιά μετά τις συστάσεις. «Η πόρτα της Μονής έκλεισε γι΄ απόψε. Θα την ανοίξουμε και πάλι το πρωί με την ανατολή του ηλίου. Δεν το ξέρατε
ευλογημένοι ότι μετά την δύση η πόρτα κλειδώνεται και δεν βγαίνει κανένας έξω, μα ούτε και μπαίνει μέσα;», μας ρώτησε με φωνή ελαφρώς θυμωμένη. «Ζητούμε συγνώμη, αλλά δεν το γνωρίζαμε. Διαφορετικά θα ήμασταν εγκαίρως πίσω», είπαμε με την ουρά κάτω από τα σκέλια. «Περιμένετε να ενημερώσω τον Πρόδρομο», ήταν η τελευταία του κουβέντα πριν κλείσει το παράθυρο κι εξαφανιστεί. Μας έζωσαν τα μαύρα φίδια. Έχει γούστο να μας αφήσουν έξω όλη την νύχτα, λέγαμε ως βρεγμένες γάτες. Σε λίγο επανέκαμψε ο μοναχός και αφού μας ενημέρωσε ότι ειδοποίησε τον Πρόδρομο, ζήτησε στην συνέχεια να σπεύσουμε χωρίς αργοπορία –μας είχε φοβηθεί το μάτι του- σε μια πλαϊνή, πίσω πόρτα, όπου εκεί θα μας περίμενε ο γέροντας. Μας εξήγησε που ακριβώς
ήταν η «κερκόπορτα» κι εμείς τον ευχαριστήσαμε θερμά ως άλλες μετανοημένες Μαγδαληνές…

 

«Μεγάλο το χατήρι σας κι απόψε, φροντίστε μόνο να μην επαναληφεί, γιατί τότε θα σας αφήσω έξω όλη την νύχτα» μας είπε αυστηρά ο γέροντας μόλις μας είδε
να καταφθάνουμε. Δεν βγάλαμε κιχ. Και σε λίγο τον ακούσαμε να μουρμουρίζει κουνώντας με σημασία το κεφάλι του. «Αλκοόλ μου μυρίζει, προφανώς τα έχετε κοπανίσει. Α, γι΄ αυτό ξεμείνατε, ως μωραί παρθένοι, εκτός παστάδος… Τι να σας πω τώρα; Ακολουθείστε με και κάντε γρήγορα». Αμίλητοι, με κεφάλι σκυμμένο περπατήσαμε το κατόπι του, μέσα από στενούς διαδρόμους που τους φώτιζε το λαδοφάναρο στο υψωμένο ελαφρώς χέρι του γέροντα Πρόδρομου.

 

 

Σημείωση:
Ο Ιερομόναχος Πρόδρομος το έτος 2000 ανεδείχθη Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους.