Μίμησις κανόνων περιεκτικών πολλών εξαιρέτων πραγμάτων
18-09-2019

Κατά μίμηση του ομωνύμου αριστουργήματος του γέροντος Καισαρίου Δαπόντε, παρουσιάζω κακουργηματικόν κουβαράν γεύσεων και αισθήσεων που (άπαγε!) δεν συνιστούν το καθημερινό μου σιτηρέσιο, αλλά περιέχουν και τεθνεώτα έκπαλαι προϊόντα, τα οποία ετίμων ότε είχον είτε τον παράν, είτε άλλα γούστα.

Ζάχαρη και άλας απέκοψα του βίου, ακόμη και κρυπτόμενα. Εμπάργκο. Αντ΄αυτών, κάρι, πέππερι πολλά τριμμένον τζίντζερ, τσίλι, τσούσκες, πιπεριές κερατο φαρμάκι, όλα τα καφτερά, σε μιγματα με λεϊμόνι. Στεγνωμένα πικρά δάκρυα βίου, τα ατίμητα.

Ψωμί πολύσπορον, πιτυρούχον εάν τύχει, αλλά και με τον λιναρόσπορον, οσάκις τύχει εορτάζω. Και ότε ήμην σε κέφια τρελά, παρασκεύαζα πσωμάκι εκ σίτου, σικάλεως, ολίγης πολέντας και κριθής, τα έπλαθα σε σφαιρίδια να αναπαυθώσιν, και μετά έχωνα στην ζύμη μαγειρεμένα καλούδια, αόρατα και παρέθετα εις τους συνδαιτημόνας στρογγυλά ψωμάκια φουρνισμένα και σέρβιρα σε πιάτο και οι έρμοι νόμιζαν πως θα φάγουν μόνον αυτό. Και μετά, ώ της εκπλήξεως, ανεκάλυπταν την γέμισιν και γελούσαμε. Ωραία συντροφιτών καμώματα.

Από κρασιά, αλυπιακός Κουτλουμουσίου, νεγκότσκα η βαρυλάφρω, ίσα να βρέχω χείλη ή να βάφω δόντι. Βεβαίως ήπια ποικίλους οίνους, αλλά δεν θέλω πια. Άθελα και αφελώς οινόφλυξ.

Οξύποτα, Έξτρα ντράι σέρι, βούτκα, Γκλενμοράνζι αν το duty free διαθέτει. Ενώ καφέ πίνω πολύν, πλην προτιμώ τον σκέτον τούρκικον με ταχίνι και τον αξιοδάκρυτον φρέδδον που σερβίρουν τα καθισταρεία της χώρας.

Μπίρες, μόνον στο Βέλγιο και μόνον φλαμανδικές. Guiness  is food, indeed. Και Φόστερ, η αυστραλέζικη. Ιπποτρόφοι Δωριείς, ιστορικώς επίφοβα σπορεία.

Τυριά, Στίλτον και Γκοργκοντζόλα, φέτα πικρή άγουρη, ξαρμυρισμένο καλαθάκι, και βραχώδη παρμετζάναν, που κόβεται μόνον με τσεκούρι. Κασερι ανίδρωτον, ποτέ. Τυρί ξέρω να φτιάχνω, και άπαξ ήβγαλα ολιγο βούτυρο, χτυπώντας σε μακρουλή καρούτα. Για το ίρτζι.

Εκ Κερκύρας πνοαί: τσιλίχουρδα, ποπιέτες, φρέσικο σινάπι, οβρηές, κακοτρύγης, σκάρος πωλούμενος ως γοβιός στον μαρκά, γόννος γαρίδας εκ της νήσου των Γκερέκων. Και ξίδι που έφτιαχνα από παλιόκρασα πολλά, λιάζοντάς τα και ενθέτοντας τάρα από κρασοβάρελα γειτόνων. Κι από φαγάδικα εκεί, ο Tρύπας στους Κυνοπιάστες, το Α λα παλιά στον Σπαρτίλα, στέκι στον ζυγό της Τρουμπέτας. Γκεβρέκικα πράγματα.

Εκ Γουμενίσσης: βούτυρον γραίας εν τη λαϊκή, σουπάδικο στην άνω πλατεία, για μοσχαροκεφαλή. Εκάς οι βέβηλοι αλλά γουστόζα περιπέτεια.

Πατσάν δε τακτικώς, ήτοι τουζλαμάν σε σαλονικιό πατσατζήδικο, με σκορδοστούμπι όσο υπάρχει στην αγορά Βλάλη. Εκδιώκει το θήλυ γένος. Ενίοτε είναι αντίρροπον των μάτσο διαδόσεων.

Από ποντιακά, χαβίτσι το εδώδιμον, τσιριχτά και πασκιτάν, εν αφθονία. Χορούς δεν ξεύρω.

Από Κρέατα και συνοδά είδη: αρνί σουβλας πεπαγωμένου στέατος. Ορτυκι, πιτσούνι εκ του Πασβάντη, τάρανδος, ζαρκαδι, κοτόπουλο μόνον ξεροψημμένος λαιμός, πλατάρια. Σαλιγκάρια στο κάρβουνο. Γλυκάδια, νεφραμιές, σηκωταριές, καρδιές, γοητευμένος. Πιπίλισμα ματιού αρνίου ή εριφίου, επιθυμητόν -διωχνει αβροδιαίτους και τουρίστας.

Νοσταλγός αμετανόητος γιαπρακίων και μποχτσάδων με την σκέπην, αμη και φακές σούπα. Όλα δε τα σκοτσέζικα φαγιά, διότι θυμάμαι το ‘Eλγιν και το Λώντερ αμη και το Ίνβερνες και δακρύω.

Ιχθύες: πεσκανδρίτσα, οψάρια με σπίνα από χόνδρον, χτένια, γιαλιστερές, χάβαρα, αχινοί, πεταλίδες, αβγά οκταποδιού, σουπιές, καλαμάρια. Μάγουλα, εγκέφαλον και σβέρκον μεγάλου ψάρακλα. Ποταμίσια καραβίδα. Πηλαμύς, σταυρίδι, κολιός, σκόμβρος, ωμά εν ελαίω. Αλλά και τα ωμά σκανδιναβικά τα πωλούμενα σε γυάλες παροδίως. Και φισεν τσιπς, μόνον με Γάδον (cod) Κιμπάρικα πράματα.

Μανιτάρια, όλα. Επίσης, άγουρη κάψα μολόχας πριν ανθοφορήσει. Και μανιώδης κυνηγός του εσωτερικού του μονοβλαστού του γαϊδουράγκαθου, πριν αυτό ανθίσει, ήτοι ένας πράσινος χυμώδης τρυφερός μονοκύλινδρος αν βγάλεις το ακάνθινο δέρμα του. Ζοριλίκι για ταμαχιάρηδες.

Τρώγω και τας κληματσίδας του αμπελιού. Και το μακαρονάκι από ταις τσουκνίδες. Κι όπου φραγκόσυκα, σύκα, μούρα, ερύκια, τα ξεσκίζω εκ του δένδρου. Και καΐσια, διότι απ΄αυτά μονον σπάω το κουκούτσι και τρώγω το μέσα του, συχνά δίφορο. Και στις θήλειες αμυδγαλιές παρατηρείται, πλήν σπανίζει.

Κορωνίς και κολοφών των ονείρων μου η ρέγγα. Φρέσκια, το καλύτερό μου. Στεγνή, καπνιστή, ή όπως αλλιώς ,ποθητή. Σωταρισμένη με λαρδί και κάππαρην. Αν έζη ο Δαπόντες, αυτό θα μοιραζόμασταν στης Σκοπέλου τον κάτω φόρον.