Εν χρω κεκαρμένος
15-12-2018

μέρος τρίτο «Και παρ’ ολίγον λιποτάχτης»

 

Το πρωί, μετά την επέμβαση, η προϊσταμένη άστραψε και βρόντηξε όταν διαπίστωσε την «πάπια» δίπλα στο κρεβάτι μου. Την απέσυρε και με διέταξε, για λόγους μετεγχειρητικής αγωγής, να σηκωθώ αμέσως όρθιος. Κι αν ήθελα να πάω στο μπάνιο, ένας λόγος παραπάνω. Το φρέσκο τραύμα πονούσε, με τσουρούφλιζε, μ’ έκαιγε κανονικά στην παραμικρή κίνηση. Παρότι διπλωμένος στα δύο προσπάθησα να υπακούσω. Κατάφερα να σταθώ στα πόδια μου και ν΄αλλάξω λίγα βήματα. Η ανάγκη της ούρησης μόλις είχε επιστρέψει επιτακτική. Σε λίγο κατέφθασε στον θάλαμο για την πρωινή επίσκεψη το επιτελείο των γιατρών με επικεφαλής τον χειρουργό μου. Με πλησίασε και μετά τα πρώτα λόγια συμπάθειας με ρώτησε: «Μήπως ήσουν πολύ αγχωμένος εχθές; Πέρασες, ενδεχομένως κάποιο ψυχολογικό στρες;». Απάντησα αρνητικά. «Περίεργο» συνέχισε, «δεν διαπίστωσα κανέναν ερεθισμό της σκωληκοειδίτιδας κατά την επέμβαση». «Τι να σας πω γιατρέ; Εγώ πάντως πονούσα, πονούσα πολύ εχθές» είπα αδιάφορα και από μέσα μου σκέφτηκα: «Τώρα, όσες υποθέσεις κι αν κάνεις γιατρέ, σε όσες διαπιστώσεις κι αν προβείς, ένα είναι το σίγουρο: Η επέμβαση έγινε και δεν ξεγίνεται. Κι εγώ, βάσει του κανονισμού, δικαιούμαι εικοσαήμερη αναρρωτική άδεια. Χώρια τις μέρες νοσηλείας μου εδώ, περίπου μιαν εβδομάδα». Ήμουν πολύ νέος, μόλις είχα πατήσει τα είκοσι, και δεν λογάριαζα τις συνέπειες των πράξεών μου. Ή μάλλον το μέγεθος του ρίσκου που έπαιρνα.

Το απόγευμα, ειδοποιημένη τηλεφωνικώς από έναν συνάδελφο, κατέφθασε  η μητέρα φορτωμένη δάκρυα. Μόλις την προηγουμένη είχα αναχωρήσει υγιής από το σπίτι και τώρα με έβρισκε χειρουργημένο στο κρεβάτι του 401 ΓΣΝΑ. Την καθησύχασα, της είπα πως όλα έβαιναν καλώς. Σε λίγες μέρες πήρα εξιτήριο με την πολυπόθητη εικοσαήμερη αναρρωτική άδεια στο τσεπάκι μου. Με τούτα και με ‘κείνα έλειψα κοντά ένα μήνα από την μονάδα. Ώσπου έφτασε η ημέρα της επιστροφής, «το νόστιμον ήμαρ» το δύσκολο. Με το που πάτησα το πόδι μου εκεί, άρχισαν τα γνωστά καψόνια συνοδευόμενα από σχόλια, όπως «λούφαρες ψάρακλα, τώρα θα δεις τι σε περιμένει!». Ο λοχίας μου περιχαρής ανέλαβε δράση. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Μόνο που εγώ δεν ήμουν πλέον διατεθειμένος να καταπιώ το παραμικρό εις βάρος μου. Την δεύτερη μέρα, με πρόφαση την μεταποίηση της θερινής στολής εξόδου στα μέτρα μου, καθότι ήταν μεγαλύτερη κατά δύο, ίσως και τρία νούμερα – είχε μπει για τα καλά ο Μάιος και σε λίγες μέρες θα παροπλίζαμε την χειμερινή – πήρα μια δίωρη άδεια να μεταβώ σε κάποιο ραφείο της Αλεξανδρούπολης. Αλλά στον ταξιτζή που με παρέλαβε από την πύλη έδωσα διαφορετική οδηγία, του ζήτησα να με πάει στο αεροδρόμιο. Ήμουν απελπισμένος, είχα χάσει τον έλεγχο. Όσο κι αν η λογική μου βοούσε να καθίσω φρόνιμος και να δείξω καρτερία, η υπομονή μου είχε εξαντληθεί. Όχι, δεν άντεχα αυτή την κατάφωρη αδικία. Ήμουν πρόθυμος να υπηρετήσω κανονικά την θητεία μου, αλλά δεν θα γινόμουν το παίγνιο στις ορέξεις του ψυχάκια λοχία. Παρότι βρισκόμουν σε μεγάλη αναστάτωση καταλάβαινα τις επιπτώσεις της λιποταξίας μου. Από την άλλη ήξερα πως αν συνέχιζα να υπομένω εκ νέου με στωικότητα το μαρτύριο, πιθανόν να έκανα μεγάλο κακό στον εαυτό μου. Η σκέψη της αυτοχειρίας είχε επανακάμψει δριμύτερη από πρώτα. Ευτυχώς υπήρχε πτήση για Αθήνα με κενές θέσεις κι επιβιβάστηκα.

Φτάνοντας στο πατρικό σπίτι τους ανακοίνωσα ότι δήθεν πήρα παράταση της αναρρωτικής άδειας από τον γιατρό της μονάδας. Με πίστεψαν. Λίγο αργότερα βρέθηκα με τους φίλους μου. Τους είπα όλη την αλήθεια. Θορυβήθηκαν πολύ, αναστατώθηκαν. Ένας εξ αυτών, ο Σταμάτης Νικολιός, αθέτησε την υπόσχεσή του περί εχεμύθειας κατά την εξομολόγησή μου και τηλεφώνησε τα καθέκαστα στους οικείους μου, πρόθυμος να τους συνδράμει στον χειρισμό του προβλήματος. Πέρασα κι από την γκαλλερί «Ώρα» του Ασαντούρ Μπαχαριάν στο Σύνταγμα, όπου εργαζόμουν πριν παρουσιαστώ στον στρατό. Τυχαία συνάντησα εκεί την Ζυράννα Ζατέλη. Είχαμε βρεθεί άλλη μία φορά κατά το παρελθόν. Με είδε ταραγμένο και διακριτικά με ρώτησε τι μου συμβαίνει. Της αποκάλυψα συνοπτικά την περιπέτεια που περνούσα και πως έφτασα, τώρα ακριβώς, παγιδευμένος σ΄ ένα επικίνδυνο αδιέξοδο. Με άκουσε με ψυχραιμία. Με χάιδεψε απαλά στο κοντοκουρεμένο μου κεφάλι και με καθησύχασε πως, όλα θα πάνε καλά. Πριν την αποχαιρετήσω της υποσχέθηκα, μάλιστα πως θα της έγραφα αμέσως τα νέα μου, μόλις αισίως θα ξεμπέρδευα.

Επιστρέφοντας από την απογευματινή βόλτα κλήθηκα να δώσω εξηγήσεις στους γονείς μου. Τηλεφώνησαν αμέσως στον διοικητή της μονάδας κι αφού τον διαβεβαίωσαν ότι την επομένη θα με έστελναν πίσω «πακέτο», τον παρακάλεσαν να μην κινήσει την διαδικασία της λιποταξίας. Προς το παρόν ήμουν αδικαιολογήτως απών, την επομένη θα χαρακτηριζόμουν αγνοούμενος και την τρίτη ημέρα θα έπαιρνα τον τίτλο του λιποτάχτη. Ο μπαρμπα Φώτης συμφώνησε, άλλη όρεξη δεν είχε να του γίνει καμία στραβή και να φάει μες στο ίσωμα στέρηση βαθμού. Την επομένη με την συνοδεία του μεγαλύτερου αδελφού μου οδηγήθηκα και πάλι στο «Ελληνικό», έχοντας κάνει προηγούμενα μια ωριαία στάση σ΄ έναν μεγαλοψυχίατρο επί της Βασ. Αμαλίας, νομίζω πως τον έλεγαν Αιλιανό ή κάπως έτσι. Μίλησα μαζί του για το πώς αισθανόμουν και του εξιστόρησα τα γεγονότα που είχαν μεσολαβήσει. Με άκουσε με κατανόηση. Φεύγοντας μου έδωσε μια ισχυρή αγωγή και οδηγίες χρήσης των ψυχοφαρμάκων – καιρό μετά έμαθα ότι με την αποχώρησή μου από το ιατρείο του τηλεφώνησε στους δικούς μου, λέγοντάς τους πως, κατά την εκτίμησή του, βρίσκομαι σε πολύ εύθραυστη ψυχική κατάσταση και πως εκείνος δεν εγγυάται για τίποτα…

Άντε πάλι πίσω στην ίδια κόλαση. Τώρα όμως δεν τσίμπαγα… Είχα κατεβάσει τις χάπες μου και μαζί τους τα ρολά, ήμουν άρχοντας. Δεν υπάκουα σε κανένα παράγγελμα, ούτε βεβαίως ανταποκρινόμουν στις απόπειρες καψονιού. Τους είχα όλους γειώσει κανονικότατα! Με την αταραξία του Βούδα ένιωθα βαθιά μέσα μου πως όλο αυτό το δυσάρεστο, για να μην πω το εφιαλτικό σκηνικό, θα μετατραπεί σε κάτι ευνοϊκό για μένα. Την έπεσα για ύπνο λέγοντας, «παρατάτε με ήσυχο, σας έχω «γραμμένους», να πάτε όλοι σας στο διάβολο» και τα σχετικά «γαλλικά». Διαπίστωσα ότι κολώσανε αμέσως οι μάγκες, προεξάρχοντος του διαβόητου λοχία. «Ώπα, ο νέος δεν μασάει πλέον» είδα να διαγράφεται ξεκάθαρα στο μούτρο τους. Είχα δείξει, επιτέλους, τα δόντια μου.  Το πρωί, ο διοικητής της ίλης, ο πολύς Αλέξανδρος Δομνηνός, με το μαντήλι παραλλαγής στο λαιμό και την σχετική επιτήδευση ενός  «καμουφλαρισμένου», με κάλεσε στο γραφείο του. Στο τέλος της ανάκρισης έσκυψε με ύφος συνωμοτικό προς το μέρος μου και με ρώτησε αν είμαι ομοφυλόφιλος. Αυτή ήταν η πρεμούρα του! Φυσικά το αρνήθηκα… Δυστυχώς δεν ήξερα τότε «τον βίο και την πολιτεία του», τα έμαθα τυχαία πολύ αργότερα, όταν είχα απολυθεί του στρατεύματος, αλλιώς θα τον τακτοποιούσα κατάλληλα.

Από εκεί οδηγήθηκα στον μπάρμπα Φώτη. Εκείνος με ψάρεψε αν θα ήθελα να μου δώσει απολυτήριο, εδώ και τώρα. Τον διαβεβαίωσα, για το χατήρι των γονιών μου, πως όχι. «Τότε, γιατί λιποτάχτησες; Τι σε ζορίζει στον στρατό;» με ρώτησε. « Δεν αντέχω τα άρματα» του απάντησα. «Μήπως, επειδή ήσουν στο Πολυτεχνείο την νύχτα της 17ης του Νοέμβρη;» επανήλθε με σημασία. Απάντησα αρνητικά, δεν ήμουν, έτσι κι αλλιώς. «Επιτέλους, ποιο είναι το πρόβλημά σου;» θέλησε να μάθει. «Το καψόνι», του είπα μονολεκτικά. Εξανέστη δήθεν και ζήτησε να του αποκαλύψω τα ονόματα των δραστών. Και τότε θα τους έδειχνε αυτός, τι εστί βερύκοκο! «Ακούς εκεί, να κάνουν καψόνια στους νέους» είπε με οργίλο ύφος. Ποιος, αυτός ο οποίος ενθάρρυνε ο ίδιος κρυφά τέτοιες συμπεριφορές εκ μέρους των παλιών. « Εσείς, ως διοικητής της μονάδος, οφείλατε να γνωρίζετε ποιοι συνάδελφοι κάνουν κατάχρηση εξουσίας λόγω βαθμού, αλλά και της στρατιωτικής παράδοσης που κληρονόμησαν» τον αποστόμωσα. Τελικά, μου υποσχέθηκε αλλαγή ειδικότητας, από οδηγός μέσων αρμάτων θα γινόμουν γραφέας, κάτι πολύ σημαντικό. Και ταυτόχρονα, προς μεγάλη μου ανακούφιση, πρότεινε και αλλαγή ίλης. Για λόγους ηθικής τάξης θα έπρεπε και να τιμωρηθώ, βεβαίως. Η καμπάνα που μου έριξε ήταν εικοσαήμερη αυστηρή φυλάκιση, προς παραδειγματισμόν!

Αμέσως έπεσε πανικός. Πειθαρχείο για να εκτίσω την ποινή μου δεν υπήρχε στην μονάδα, για τον απλούστατο λόγο, ότι ποτέ πριν δεν είχε τιμωρηθεί στρατιώτης με παρόμοια ποινή. Ο κανονισμός σ’ αυτή την περίπτωση είναι σαφής, επιβάλλει τον «εγκλεισμό» του τιμωρημένου. Για τις ανάγκες του πειθαρχείου έστησαν μια μεγάλη σκηνή των τεσσάρων ατόμων στην άκρη της ίλης διοικήσεως, μέσα σε ένα χωράφι κι εγκατέστησαν ένα κανονικό κρεβάτι για μένα. Την επομένη χρειάστηκε να κουβαλήσουν ένα ακόμη για τον Μύρωνα, τον επόμενο, της δικής μου μάλιστα «σειράς», με το ίδιο παράπτωμα, αυτό της λιποταξίας. Τώρα θα είχα και παρέα. Ήταν σαν δίκλινο δωμάτιο στην εξοχή. Η φύση γύρω, μεσούντος του Μαΐου, ανθισμένη για τα καλά, τα ζούδια παραζαλισμένα από τα αρώματα και ξελιγωμένα για ερωτική συνεύρεση βούιζαν συνεχώς στον αέρα. Ο Μύρωνας είχε κουβαλήσει στο αυτοσχέδιο θερινό πειθαρχείο και το μπουζούκι του. Με το γλυκό σουρούπωμα σταματούσαμε τις κουβέντες, συνεννοημένοι λες, για να χορδίσει το όργανο.

Σε λίγο βαριές διπλοπενιές πλημμύριζαν την σκηνή. Παρά την απαγόρευση συγχρωτισμού των υπολοίπων με τους «κατάδικους» και κόντρα στην απομόνωση που υπαγόρευε η ποινή μας, ερχόντουσαν κι άλλα φαντάρια για παρέα και χαβαλέ με τις σχετικές ρετσίνες ανά χείρας. Κάποιοι παραγγέλναν ομελέτες με πατάτες κι αυγά από το διπλανό χωριό, την Αμφιτρίτη, μια ανάσα από το στρατόπεδο.  Αυτοσχέδια γλεντάκια, σοβαρά και μετρημένα, δίχως τα θηλυκά να διασπούν την αντρική συντροφικότητα – υποδαυλίζοντας με την παρουσία τους και μόνο, τις υπόγειες κόντρες και τα λοιπά ελαττώματα μεταξύ των αρσενικών – ελάμβαναν χώρα τακτικά. Πού και πού κάποιος βαριά σεκλετισμένος με άκρα σεμνότητα έριχνε τις στροφές του. Το μπουζούκι του Μύρωνα κελαηδούσε κανονικά. Η ατμόσφαιρα είχε κάτι το διαφορετικό από τα συνήθη και τετριμμένα του στρατού, κάτι τόσο εξαίσια γενναίο που έφτανε στα όρια της μυσταγωγίας. Η σταματημένη, έστω και προσωρινά νεότητα, καθηλωμένη έτσι παράλογα μέσα σ΄ ένα στρατόπεδο, έψαχνε απεγνωσμένα τρόπους διαφυγής, ασφυκτιούσε και σπαρτάραγε.

(συνεχίζεται)

Ετικέτες: στρατός