Ατίμωση
09-03-2020

Έτυχε να διαβάσω το “Disgrace” αμέσως μετά την παρακολούθηση της ταινίας του Τζέιμς Γκρέι, “Ad Astra”, και έτσι γεννήθηκε το κείμενο που ακολουθεί.

Θα αναρωτηθείτε τι σχέση μπορεί να έχει μια ταινία επιστημονικής φαντασίας για την εξερεύνηση του διαστήματος με ένα μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στο χωροχρονικό πλαίσιο της μετα-απαρτχάιντ Νοτίου Αφρικής. Και τα δύο έργα αντλούν τη δυναμική τους από την ίδια πηγή· από το “Heart of Darkness”: το εμβληματικό μυθιστόρημα του Τζόζεφ Κόνραντ. Το “Ad Astra” στήνεται πάνω στην ιδέα τού Κόνραντ κάπως απλοϊκά, και κατά την άποψή μου αδέξια, άτεχνα. Ο Ρόι ΜακΜπράιντ θα αναζητήσει τον πατέρα του, Κλίφορντ ΜακΜπράιντ, στις εσχατιές του ηλιακού μας συστήματος. Ο λαμπρός αξιωματικός, που είχε ηγηθεί μιας επιστημονικής αποστολής με σκοπό την αναζήτηση νοήμονος ζωής, έχει μετατραπεί, ως άλλος Κουρτς, σε έναν αδίστακτο και ιδιοσυγκρασιακό μονομανή που πιστεύει ότι η αποστολή πρέπει να συνεχιστεί πάση θυσία. Η ταινία αναλώνεται σε μια στυλιζαρισμένη ανακατασκευή του κονραντικού μύθου χωρίς να αποδεικνύεται ικανή να προσθέσει κάτι καινούργιο.

Το “Disgrace”, παρομοίως, στήνεται πάνω στη βασική ιδέα του Κόνραντ αλλά αυτή τη φορά το υλικό του μύθου διαχειρίζεται από τον συγγραφέα περίτεχνα: με τρόπο ελλειπτικό όσο και άμεσο. Τι θα πει όμως αυτή η αντίφαση; Πουθενά στο βιβλίο δεν αναπαράγεται ο κονραντικός μύθος αλλά το μυθιστόρημα τού Κούτσι υφίσταται ακριβώς επειδή οι προεκτάσεις του συγκεκριμένου μύθου ξεφεύγουν από τα στενά όρια μιας μυθοπλασίας και διαχέονται στην πραγματικότητα. Εξηγούμαι: η μετα-απαρτχάιντ Νότια Αφρική, στην οποία εκτυλίσσεται η πλοκή, μπορεί να έχει επέλθει ως αποτέλεσμα της κατάλυσης του επονείδιστου καθεστώτος διαχωρισμού βάσει φυλετικών κριτηρίων, αλλά δεν παύει να είναι το επακόλουθο, μια ιστορική συνθήκη, μιας περιόδου που διήρκεσε σχεδόν 45 χρόνια. Μιας περιόδου νοσηρότητας της αποικιοκρατίας που στις σπάνιες στιγμές αναστοχαστικής διαύγειάς της προτάσσει τον μύθο του Κόνραντ τόσο ως επεξηγηματική ρουμπρίκα αλλά και ως ένα άλλοθι: ως μια ιδιότυπη “get out of jail” κάρτα απέναντι στη μομφή τού αποικιοκρατικού κατεστημένου που καταλήστευσε φυσικές και ψυχικές πλουτοπαραγωγικές πηγές σε ολόκληρο τον πλανήτη. Η καθηλωτική δύναμη του μύθου που περιέχεται στο Heart of Darkness συμπυκνώνεται σε έναν σχετικά απλό φορμαλισμό: λαμπρός ανήρ αναλαμβάνει δύσκολη αποστολή σε αχαρτογράφητη περιοχή· η αποστολή αποδεικνύεται τόσο δύσκολη, οι συνθήκες τόσο αντίξοες, που ο περί ου ο λόγος ανήρ, για να ανταπεξέλθει, βρίσκει καταφύγιο στα ενδότερα της ύπαρξης όπου και ενδημεί το σκοτάδι. Ποιο σκοτάδι; Το σκοτάδι τής απουσίας της ηθικής και της λογικής· το σκοτάδι που αφανίζει τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο έλλογο και το ά-λογο, το ζωώδες. Ο φορμαλισμός αυτός, παραλλαγές του οποίου έχουμε συναντήσει ουκ ολίγες φορές στην τέχνη, εμφορείται από ένα εντυπωσιακό χαρακτηριστικό: η καρδιά του σκότους στην οποία βυθίζεται ο ήρωας του μύθου παραμένει κατανοητή μόνο από εκείνον. Ο ήρωας παρατηρητής που αποστέλλεται στα ίχνη του, ο Μάρλοου, αδυνατεί να την κατανοήσει· το μόνο που διαπιστώνει είναι το σκοτάδι, ο ζόφος, που διαχέεται και επικάθεται στον περίγυρο του βασικού ήρωα. Ο ήρωας παρατηρητής δηλαδή δεν γίνεται ποτέ κοινωνός της καρδιάς, του κέντρου, αυτής της ζοφερής συνθήκης, και έτσι, ερμηνεύει τις πράξεις τού ήρωα ως πράξεις ενός κοινού παράφρονα. Η αποτελεσματικότητα του μύθου συνίσταται στο γεγονός ότι μετακυλά και στον αναγνώστη τού έργου αυτή την οπτική· ο οποίος, μόνο υπαινικτικά και παραφραστικά μπορεί να έρθει σε επαφή με την καρδιά του σκότους. Το σημείο μηδέν στο οποίο ο ήρωας μεταμορφώνεται σε αυτό που παρατηρούμε, απουσιάζει. Όπως απουσιάζει και ο μηχανισμός ή οι συνθήκες που έκαναν δυνατή αυτή τη μεταμόρφωση. Ο ήρωας λοιπόν ενδύεται ένα ιδιότυπο ακαταλόγιστο· μια άφεση αμαρτιών. Γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους ο μύθος έχει καταστεί τόσο αποτελεσματικός. Γιατί τελικά καταφέρνει να εξουδετερώνει ερωτήσεις και απαιτήσεις εξηγήσεων προτάσσοντας, για να χρησιμοποιήσω και την πασίγνωστη φράση του Κουρτς, το τερματικό: «Ο τρόμος! Ο τρόμος!». Το μυθιστόρημα του Κόνραντ, ενώ φαινομενικά ακτινοβολεί την αίγλη μιας εμβληματικής “ερμηνείας” της ανθρώπινης φύσης, τελικά, συνιστά τροχοπέδη, εξαιτίας της σαγήνης τής ερμηνείας αυτής, για την υπέρβασή της.

Το “Disgrace” όμως δεν αρκείται απλώς σε μια ακόμα μετενσάρκωση του καθηλωτικού κονραντικού αφηγήματος αλλά προσφέρει στον αναγνώστη τις πρώτες ύλες για μια απόπειρα υπέρβασής του.

Ο πενηντάχρονος Ντέιβιντ Λιούρι είναι καθηγητής σε ένα πανεπιστήμιο στο Κέιπ Τάουν. Μπορεί τα ενδιαφέροντα του να κλίνουν προς τη λογοτεχνία και την ποίηση, και ειδικά προς το κίνημα του ρομαντισμού, αλλά μετά το κλείσιμο του τμήματος μοντέρνων γλωσσών βρίσκεται να διδάσκει μαθήματα επικοινωνίας. Θα τον συναντήσουμε όμως να διδάσκει και ένα μάθημα επιλογής για τους ρομαντικούς ποιητές. Ο Κούτσι, μόλις στη σελίδα 22, με αφορμή το συγκεκριμένο μάθημα, θα μας προσφέρει μερικούς στίχους από ένα ποίημα (The Prelude, Book 6) του Wordsworth:

[…] From a bare bridge we also first beheld 

Unveiled the summit of Mont Blanc, and grieved

To have a soulless image on the eye

That had usurped upon a living thought

That never more could be.

Ο συγγραφέας θα σταθεί σε αυτούς τους στίχους. Οι στίχοι είναι σχετικά απλοί: ο αφηγητής αναφέρεται στη στιγμή που οι περιπατητές, που βρίσκονται στις Άλπεις, αντικρίζουν για πρώτη φορά την κορυφή τού Μον Μπλαν και θρηνούν γιατί η άψυχη αντανάκλαση της κορυφής στο φακό του ματιού σφετερίζεται (“usurped upon”) μια ζωντανή σκέψη που δεν θα μπορούσε να υπάρξει ποτέ ξανά. Ο Κούτσι θα επιμείνει, και μάλιστα θα αφιερώσει μια σελίδα στην ανάλυση αυτών των στίχων: Τα μεγάλα αρχέτυπα του νου, οι καθαρές ιδέες, υφαρπάζονται, σφετερίζονται τελικά από απλές εικόνες των αισθήσεων. Ο Ντέιβιντ Λιούρι θα τονίσει στους φοιτητές του ότι δεν δύναται να ζήσουμε μια ζωή στη σφαίρα των καθαρών ιδεών, προφυλαγμένοι από την εμπειρία. Αμέσως όμως θα αναζητήσει κάποιο είδους συμβιβασμού ανάμεσα στην καθαρότητα των ιδεών και την επέλαση της πραγματικότητας: «Can we find a way for the two to coexist?» θα ρωτήσει την τάξη του.

Ο Ντέιβιντ όμως δεν θα παραμείνει για πολύ στη θέση του ως καθηγητής. Θα αποπλανήσει μια μαθήτριά του και όταν θα ξεσπάσει το σκάνδαλο θα εμφανιστεί άτεγκτος και αλαζονικός: θα αποδεχτεί μεν την ενοχή του αλλά θα αρνηθεί να δείξει μεταμέλεια ή έστω να ζητήσει συγγνώμη. Θα κρυφτεί μάλιστα πίσω από το «δικαίωμά μου στην επιθυμία», όπως το αποκαλεί. Το πανεπιστήμιο δεν θα διστάσει να δώσει τέλος στην καριέρα του, και ο Ντέιβιντ, για να αποφύγει τη φασαρία από το σκάνδαλο θα βρει καταφύγιο στο σπίτι τής κόρης του, της Λούσι, στο Eastern Cape, σε μια αγροτική περιοχή μακριά από το Κέιπ Τάουν. Η Λούσι, που μετά την αποχώρηση της συντρόφου της ζει μόνη της, καλλιεργεί τη γη και διατηρεί έναν υποτυπώδη ξενώνα σκύλων (με τη βοήθεια του μαύρου γείτονά της, του Πέτρους). Πριν όμως προλάβει ο Ντέιβιντ να προσαρμοστεί στους ρυθμούς της αγροτικής ζωής, θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια νέα δοκιμασία: τρεις Αφρικάνοι θα εισβάλλουν στο σπίτι και αφού τον απομονώσουν στην τουαλέτα θα βιάσουν τη Λούσι. Πριν αποχωρήσουν θα αποπειραθούν να τον κάψουν ζωντανό. Εκείνος θα τη γλιτώσει με μερικά εγκαύματα· το βάρος όμως θα πέσει στη Λούσι που θα πρέπει να διαχειριστεί το τραύμα και τις συνέπειες του βιασμού της. Το συμβάν αυτό συνιστά το κομβικό σημείο το οποίο επιτρέπει τον Κούτσι να αρχίσει να διαβάζει τον κονραντικό μύθο με τον περίτεχνο τρόπο που ανέφερα στην αρχή. Ας δούμε όμως λίγο τις παραμέτρους: πατέρας και κόρη βρίσκονται στο επίκεντρο μιας κατάστασης που απαιτεί εγρήγορση και δραστικές λύσεις. Η Λούσι όμως αποσιωπεί το γεγονός του βιασμού. Το κρύβει από την αστυνομία και αρνείται να το συζητήσει με τον πατέρα της. Ο Ντέιβιντ, από την πλευρά του, την καλεί να εγκαταλείψει το αγρόκτημα και τη Νότια Αφρική για να προστατευτεί από μελλοντικές επιθέσεις. Στο σημείο αυτό αρχίζει να διαφαίνεται ότι το «disgrace» τού τίτλου δεν αναφέρεται μόνο στον Ντέιβιντ. Το disgrace του τίτλου δεν αφορά μόνο την ατίμωσή του και τον εξευτελισμό του λόγω της αποπομπής του από το πανεπιστήμιο αλλά έχει και μια βαθύτερη ανάγνωση που αποτυπώνει την πτώση τού πάλαι ποτέ κυρίαρχου λευκού από το βάθρο της παράλογης και αλαζονικής εξουσίας του. Πού οδηγεί όμως αυτή η πτώση; Ένα μυθιστόρημα που αντλεί από τον κονραντικό μύθο δεν θα μπορούσε ποτέ να αγνοεί το ά-λογο που φωλιάζει στο ζωώδες. Και τα σκυλιά, στο “Disgrace”, παίζουν καθοριστικό ρόλο. Ο σκύλος στη Νότια Αφρική του απαρτχάιντ ήταν ένα από τα κατεξοχήν σύμβολα της κυριαρχίας του λευκού. Τα σκυλιά που φιλοξενεί η Λούσι στο σπίτι της είναι τα σκυλιά που θα σκοτώσουν οι τρεις μαύροι βιαστές αποχωρώντας από την αγροικία της. Τα σκυλιά είναι τα ζώα που ο Ντέιβιντ θα αρχίσει να φροντίζει σε ένα κοινοτικό ιατρείο της περιοχής το διάστημα που διαμένει με την κόρη του. Αλλά η φροντίδα του έχει να κάνει με τη φροντίδα της αποτέφρωσής τους γιατί το ιατρείο δέχεται όλο και περισσότερα σκυλιά που πλέον δεν τα θέλει κανείς και οδηγούνται στην ευθανασία. Και βεβαίως, ακόμα πιο χαρακτηριστικά, η ίδια η Λούσι θα παραλληλίσει τον εαυτό της με σκύλο όταν επιτέλους θα μπει στη συζήτηση για να εξηγήσει στον Ντέιβιντ την άρνησή της να καταγγείλει τον βιασμό. Εκεί, θα δηλώσει ευθαρσώς, ότι πιθανότατα το τίμημα του να μπορεί να παραμείνει στο σπίτι, και κατ’ επέκταση στη Νότια Αφρική, θα είναι να απεκδυθεί κάθε δικαίωμά της ως λευκή γυναίκα. Θα πρέπει να αποδεχτεί το ρίσκο και να προσπαθήσει να ζήσει σαν το ζώο που είναι. “

“Yes, I agree, it is humiliating. But perhaps that is a good point to start from again. Perhaps that is what I must learn to accept. To start at ground level. With nothing. Not with nothing but. With nothing. No cards, no weapons, no property, no rights, no dignity.” “Like a dog.” “Yes, like a dog.” (σ. 206) 

Καθώς η Λούσι προσπαθεί να προσαρμοστεί στο ζωώδες της ατίμωσης, ο Ντέιβιντ προσπαθεί να συντηρήσει το κούφιο ιδεώδες του είδους του και του παρελθόντος του (ο λευκός, αλαζονικός άνδρας). Εδώ, συναντάμε πάλι το αρχικό ερώτημα του ποιήματος του Wordsworth, της κορυφής τού Μον Μπλαν, ξανά. Μπορεί κάποιος να συγκεράσει την εικόνα που αποτυπώνεται στο φακό του ματιού με τα αρχέτυπα του νου και τις καθαρές ιδέες; Πώς συνυπάρχουν αυτά τα δύο; Ο Κούτσι επιτυγχάνει εδώ κάτι αξιοθαύμαστο: αν ήθελε κάποιος να αποτυπώσει, σχηματικά, σε ένα σκαρίφημα, τη δυναμική της κίνησης των χαρακτήρων τού μυθιστορήματος θα παρατηρούσε έκπληκτος ότι μπροστά στα μάτια του θα είχε έναν σχηματισμό που θα έφερνε έντονα προς το γιν-γιανγκ: η Λούσι, με τις δραματικές αποφάσεις της όσον αφορά το τίμημα που πρέπει να πληρώσει αν θέλει να παραμείνει στη μετα-απαρτχάιντ Νότια Αφρική· η Λούσι που σπρώχνει προς το ζωώδες, εμφανίζεται, όσο πιο ακραία ασπάζεται αυτή την ατίμωση, αυτή την πτώση προς το σκυλίσιο, τόσο περισσότερο να διακατέχεται από την καθαρή ιδέα της ηθικής που θα εξιλεώσει το σκοτάδι του παρελθόντος του απαρτχάιντ. Από την άλλη, ο Ντέιβιντ, όσο σπρώχνει προς το υπερβατικό, των αρχετύπων τού νου και των καθαρών ιδεών, όσο μιλάει για ανθρώπινα δικαιώματα και επιμένει να ανθίσταται στο ζωώδες, τόσο εμφανίζεται να διακατέχεται από τις εμμονές του για να μην απεκδυθεί το ζωώδες (θυμηθείτε πως είναι εκείνος που προτάσσει το δικαίωμά του στην επιθυμία).

Η υπέρβαση που φαίνεται να προτείνει ο Τζ. Μ. Κούτσι στον κονραντικό μύθο, μέσα από το “Disgrace”, ξεκινάει από την καρδιά του σκότους: το απαρτχάιντ. Το απαρτχάιντ όμως ήταν μια ιστορική συνθήκη που επέβαλε αυτό το σκοτάδι και στις δύο πλευρές: λευκούς και μαύρους. Και η κατάλυσή του, μας λέει ο συγγραφέας, φαντάζει μόνο ως το πρώτο βήμα προς την αποκατάσταση μιας ισορροπίας. Ο βιασμός της Λούσι από τους τρεις μαύρους, όσο κι αν ζορίζεται κάποιος να το χωνέψει, είναι ηθικά ταυτόσημος με την αποπλάνηση της εικοσάχρονης μαθήτριας από τον Ντέιβιντ Λιούρι. Η πνευματική ρώμη τού καθηγητή, που λυγίζει τις αντιστάσεις και τους δισταγμούς της μαθήτριας, είναι το ισοδύναμο της σωματικής ρώμης των μαύρων που βιάζουν την κόρη του. Η ατίμωση, ο εξευτελισμός της λευκής αλλά και της μαύρης φυλής, η απώλεια της χάρης, η πτώση από το βάθρο, θα πρέπει κάποια στιγμή να αποκατασταθούν με την επανάληψη της βρώσης από το δέντρο της γνώσης. Μόνο που αυτή τη φορά η γνώση δεν θα στοχεύει προς τα αρχέτυπα του νου και τις καθαρές ιδέες αλλά θα μας κάνει ξανά κοινωνούς με την αρχική σημασία τού αποτυπώματος στο φακό του ματιού: τον πιο ζωώδη τρόπο που υπάρχει. Και αυτός δεν είναι άλλος από τον τρόπο που προτείνει η Λούσι: “Like a dog?” “Yes, like a dog.”

Στο τέλος τού βιβλίου, σε μια εκπληκτική σκηνή, ο Ντέιβιντ θα παραδώσει το alter ego του, έναν κουτσό και σακατεμένο σκύλο με τον οποίο έχει δεθεί, για ευθανασία. Θα προσφέρει, με άλλα λόγια, το πληγωμένο και σακατεμένο εγώ του ως θυσία· ως απόδειξη μιας κάποιας προόδου του.