Vincent Warren and Frank O’Hara. Photo: © George Montgomery, courtesy Vincent-Warren Dance Library
Ραβασάκια από το μέλλον
17-04-2021

Well the future for me is already a thing of the past
You were my first love and you will be my last
― Bob Dylan, «Bye and Bye», 2001

I ‘ve loved all I needed, love. Sordid details following.
― David Bowie, «Ashes to Ashes», 1980

 

Το Φθινόπωρο του 1978 με βρήκε φοιτητή στην Αμερική, όπου πάσχιζα να καταλάβω τον κόσμο ― και ειδικά τον Νέο Κόσμο, όπου είχα βρεθεί αποετοίμαστος, από σπόντα. Ως τότε αντλούσα τις πληροφορίες μου για τις Ηνωμένες Πολιτείες κυρίως από τη μουσική (χρωστώ πολλά στον Frank Zappa), τις ταινίες του Elvis Presley, τα Merrie Melodies, τα κόμικς και το περιοδικό MAD, τις ραδιοφωνικές εκπομπές του American Forces Radio από τη στρατιωτική Βάση του Ελληνικού, και τα αστυνομικά μυθιστορήματα του Rex Stout, του Raymond Chandler και του Erle Stanley Gardner. Ποπ κουλτούρα, σε γενικές γραμμές.

Στην Αμερική, ως παιδί ζωηρό, φανατικό για γράμματα, άρχισα να διαβάζω μεταξύ άλλων και το The New Yorker και το The New York Review of Books, δυο έντυπα που συνεχίζω να παρακολουθώ και σήμερα, ως ψηφιακός συνδρομητής. Εκτιμούσα την κριτική άποψη των Αμερικανών περισσότερο από τη δημιουργία τους, δηλαδή ως φανατικός ευρωπαϊστής δεν είχα ακόμη διαβάσει αμερικανούς συγγραφείς εκτός από το Γέρο και τη Θάλασσα του Hemingway, σε μετάφραση. Όταν οι αμερικανοί φίλοι μου μιλούσαν για το πρόσφατο bicentennial της χώρας τους, τους έλεγα με προσποιητή κατάπληξη «Γιορτάσατε 200 χρόνια Ιστορίας, ε; Διακόσια ΜΟΝΟΝ; Και το ΓΙΟΡΤΑΣΑΤΕ κιόλας;»

Το Φθινόπωρο του 1978 λοιπόν διάβασα στο The New Yorker το σχετικά μεγάλο ποίημα «Τhe Messenger» της Jean Valentine που με εντυπωσίασε τόσο ώστε να δοκιμάσω να το μεταφράσω κιόλας, δίχως να έχω ιδέα από ποίηση, μετάφραση, αγγλικά ή ελληνικά (όπως κατάλαβα αργότερα). Το ποίημα μιλούσε για πράγματα που δεν είχα ζήσει και δεν ήξερα, αλλά το είδα σαν τρέιλερ από το μέλλον, σκηνές από τα «Προσεχώς». (Αυτός ο «Αγγελιοφόρος» ήρθε ως συνέχεια του «Μεσάζοντα» του Losey  ― ήταν η ταινία που ξεκινούσε με τη φράση του L. P. Hartley “The past is a foreign country; they do things differently there.”)

The night you died
by the time I got there to the Peter Bent Brigham Hospital
the guard said It’s no use your going up.
That was the first time you spoke to me dead―
from a high corner of the lobby.

The next night a friend said, Well these deaths
bring our own deaths, close.

Το συγκεκριμένο μέλλον ήρθε για εμένα μετά από χρόνια, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1984, όταν ο φίλος μου χτύπησε με τη μηχανή και δεν τον πρόλαβα ζωντανό. Αλλά τότε, σε αυτό το ποίημα υπήρχαν εγκιβωτισμένοι στίχοι από ένα άλλο ποίημα, με τη σημείωση «*From the poem “Cascando”, by Samuel Beckett», που με έστειλε να αναζητήσω την πηγή, κι εκεί ανακάλυψα ένα άλλο ποίημα που με συνοδεύει έκτοτε.

To «Cascando» του Samuel Beckett το αγάπησα για πολλούς λόγους, όχι μόνο την ερωτική εξομολόγηση, για τη δομή και τις λέξεις, αλλά και για τον τελευταίο στίχο του, που ως υστερόγραφο ουσιαστικά αμφισβητεί όλο το υπόλοιπο ποίημα.

Πριν από κανένα μήνα, ένας φίλος ανέβασε μια μετάφραση του «Cascando» στα ελληνικά που τη βρήκε σε ένα ηλεκτρονικό περιοδικό, και ήταν άθλια και τραγική από κάθε άποψη ― όχι απλώς είχε παρανοήσεις, ανακρίβειες και αυθαιρεσίες σε όλα τα επίπεδα του λόγου, αλλά άλλαζε τα φώτα και στον τελευταίο στίχο, προσθέτοντας ένα “δεν” εκεί όπου δεν υπήρχε. Συγχίστηκα, κι έφτιαξα μια ακριβέστερη μετάφραση για τον φίλο μου, σημειώνοντας πως ο Μπέκετ, αν ήθελε να είναι ποπ και εύληπτος, θα έγραφε ποπ και εύληπτα, και πως οφείλουμε να τον μεταφράζουμε όπως έγραφε κι όχι τον τρόπο που μας βολεύει, και να μεταφράζουμε αυτά που έγραφε κι όχι αυτά που θα θέλαμε εμείς να γράφει.

 

Cascando

1
γιατί όχι απλώς η απελπισμένη
αφορμή για
μάδημα λέξεων

δεν είναι καλύτερα να κάνεις έκτρωση παρά να είσαι άγονη

οι ώρες από τότε που έφυγες είναι τόσο μολυβένιες
πάντα θα αρχίσουν να σέρνονται πολύ νωρίς
οι γρύποι γρατζουνίζουνε στα τυφλά το κρεβάτι του πόθου
ξεθάβοντας τα κόκκαλα τους παλιούς έρωτες
κόγχες που είχαν κάποτε μάτια σαν και τα δικά σου
όλα πάντα δεν είναι καλύτερα πολύ νωρίς παρά ποτέ
η μαύρη επιθυμία να καταβρέχει το πρόσωπό τους
λέγοντας ξανά εννιά μέρες δεν ανέσυραν ποτέ τους αγαπημένους
μήτε εννιά μήνες
μήτε εννιά ζωές

2
λέγοντας ξανά
αν δεν με διδάξεις δεν θα μάθω
λέγοντας ξανά υπάρχει μια τελευταία
ακόμα και από τις τελευταίες φορές
τις τελευταίες φορές που παρακαλάς
τις τελευταίες φορές που αγαπάς
που ξέρεις που δεν ξέρεις που προσποιείσαι
μια τελευταία από τις τελευταίες φορές που λέω
αν δεν με αγαπήσεις δεν θα αγαπηθώ
αν δεν σε αγαπήσω δεν θα αγαπήσω

η καρδάρα των μπαγιάτικων λέξεων στην καρδιά ξανά
αγάπη αγάπη αγάπη ο ήχος του παλιού κόπανου
αλέθοντας το αναλλοίωτο
κατακάθι των λέξεων
τρομοκρατημένος ξανά
μήπως δεν αγαπήσω
μήπως αγαπήσω και όχι εσένα
μήπως αγαπηθώ και όχι από εσένα
μήπως ξέρω δεν ξέρω προσποιούμαι
προσποιούμαι
εγώ κι όλοι οι άλλοι που θα σε αγαπήσουν
αν σε αγαπήσουν

3
εκτός κι αν σε αγαπήσουν

 

Αυτά όλα τα θυμήθηκα σήμερα, όταν ένας άλλος φίλος (ποιητής) ανέβασε αναμνήσεις από τον αμερικανό ποιητή Frank O’Ηara, τον οποίο ο φίλος παιδιόθεν θαύμαζε και προσπάθησε να τον μιμηθεί, όχι χωρίς κάποια επιτυχία ― σε αντίθεση με τις προσπάθειές του να τον μεταφράσει που ήταν όλες αποτυχημένες, όπως ο ίδιος παραδέχεται. Έτσι θα παραθέσω απλώς ένα σύντομο ποίημα του O’Hara, ερωτικό κι αυτό, στο πρωτότυπο:
Τα ποιήματα του Frank O’Hara είναι περιβόλι από λέξεις, εικόνες, συνειρμούς και συναισθήματα, και προσωπικά απορώ γιατί δεν είναι ευρύτερα γνωστός, έστω και στον αγγλόφωνο κόσμο, όπου δεν χρειάζεται μετάφραση. Αναμνήσεις του O’Hara βρίσκω συνέχεια στην ποπ κουλτούρα, ιδίως στους στίχους τραγουδιών, από τους Pet Shop Boys ως τη Lorde. Στα δικά μας, ο φίλος ποιητής είχε γράψει προ πολλών ετών (κατά σύμπτωση, το Φθινόπωρο του 1978) ένα ποίημα με τον τρόπο του O’Hara που έγινε γνωστό μάλλον για τον πρώτο στίχο του, προς κατάπληξη και του ιδίου:

Αφού χαρώ το ποίημα και αναλογιστώ το σοκ του αναγνώστη που το πρωτοδιαβάζει, σκέφτομαι το αδιέξοδο του μεταφραστή που θα θελήσει να το μεταφέρει στα αγγλικά. Επιβεβαιώνεται όμως ένας άλλος φίλος που έλεγε πως η καλή ποίηση είναι σαν το καλό πορνογράφημα: σε διαγείρει στ’ αλήθεια μόνον όταν το πρωτότυπο είναι στη μητρική σου γλώσσα. Υπό αυτό το πρίσμα, θα προτείνω στον Πάνο Θεοδωρίδη να τιτλοφορήσει την επόμενη συλλογή του «Ποιήματα που θα χαθούν στα αγγλικά». Διότι στα αγγλικά είχα μεταφράσει (με τη συμβολή του Στρατή Χαβιαρά) ένα ποίημα, όχι ερωτικό, του κοινού μας φίλου Μίμη Σουλιώτη, το οποίο δημοσιεύτηκε μεν το 2001, αλλά έκτοτε αγνοείται η τύχη του.

Έχω ξεκινήσει φέτος να μεταφράζω κάποια ποιήματα του Σουλιώτη στα αγγλικά για να εκδοθεί μια ανθολογία, και νομίζω ότι αυτή τη φορά θα κάνω καλύτερη δουλειά. Παρατηρώ ότι τα ποιήματα που έχω παραθέσει στο κείμενο ως τώρα είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο και απευθύνονται σε ένα δεύτερο πρόσωπο, οπότε διάλεξα να συνεχίσω με ένα ομόλογο ποίημα του Σουλιώτη, από αυτά που εκδώσαμε μαζί και αμφιβάλλω αν θα μεταφράσω.

Σαράντα τόσα χρόνια μετά το φθινόπωρο του 1978, ο Μίμης κι άλλοι φίλοι έχουν πεθάνει, κι εγώ απέμεινα να φροντίζω και τη δική τους μνήμη, καθώς και τη δική μου. Ξεχάστε τα έργα και τις ημέρες, με γεννήσεις και θανάτους μετράμε τη ζωή μας, με φιλίες και έρωτες. Έχω φτάσει στην ηλικία όπου γεγονότα και άνθρωποι, ζωή και τέχνη, συμφύρονται για να εξηγηθούν σε μια αφήγηση που διαρκώς φωτίζεται και εμπλουτίζεται, όπως συμβαίνει τόσην ώρα με αυτό το κείμενο.

Σκέφτομαι πόσο με έχουν επηρεάσει κουβέντες και στίχοι που άκουσα στη ζωή και στην τέχνη, πώς προσπάθησα να τις εφαρμόσω και να τις δοκιμάσω (συχνά υποσυνείδητα) στη ζωή μου για να διαπιστώσω την αλήθεια τους ή μη ― κι αν έμαθα τίποτα, κι αν τους πήγα κι ένα βήμα παραπέρα.

Από το ποίημα του 1978 που διάβασα ως ραβασάκι από το μέλλον, κρατώ το τέλος του.

Α  quiet voice laughs at me, καταλήγει η Valentine.
―Υου were going to go without me?
That was always your story.