Έλβις και Τζερόνιμο
20-01-2018

Πρόσφυγας και Ντόπιος. Αυτή ήταν η πρώτη συνοριακή γραμμή που έζησα. Μήτε Άρης-ΠΑΟΚ, μήτε Πελούσιος και Πτωχός. Με χρονολογικό όριο, το μακρύ παντελόνι, ως υποχρεωτικό ένδυμα. 1960.

Το κριτήριο: πώς ελέγετο η πόρτα. Ο πρόσφυγας έλεγε «την πόρτα» και πυκνότερα «τημπόρτα». Ο ντόπιος, έλεγε «τη πόρτα». «Έλα ρε» ο ένας, «Α μπε» ο άλλος.

H μόνη αισθητή διαφορά ήταν πως ενώ εμείς είχαμε ήρωα τον Έλβις, μερικοί απ΄αυτούς προτιμούσαν ενθέρμως τον Τζερόνιμο.

Δεν άργησαν να αυξηθούν οι πληροφορίες. Οι ντόπιοι γιόρταζαν πρωτοχρονιά τα λεγόμενα «άγρια καρναβάλια» αφού πριν τα Χριστούγεννα άναβαν φωτιές στην «γκόλντι μπάμπω». Και κάτι άλλο: τους θεωρούσαμε συμπαγείς, μονομπλόκ. Ενώ οι πρόσφυγες, ήτο και Πόντιοι, και Καππαδόκες και Ρωμυλιώτες και Θρακιώτες της Προποντίδας και του Ελλησπόντου. Προς αυτούς ίσχυαν πολλά επίθετα: ήταν  ο Αούτος και ο Χάταλον, ο βουλγαροπρόσφυγας, ο Λιάγκραβος, ο τουρκόφωνος, διάφορα τέτοια. Οι ενήλικες πάντως είχαν κι άλλα επίθετα: ντόπιοι ή νιζνάμηδες, ή σλαβόφωνοι ή και βούλγαροι, παρά τα κομψά ελληνικά τους.  Οι βλάχοι παρέμεναν πεισματικά βλάχοι, είτε από τα Μογλενά, είτε Σαρακατσάνοι, είτε και από μακρύτερα.

«Εμείς» δεν ήξερα τι ήμεσθεν, αλλά οφείλαμε να ανατριχιάζουμε κάθε τόσο, σε τίποτα εκλογές ή αρχαιρεσίες που ακούγαμε γι αυτές στα καφενεία, όταν κυριακάτικα μας έστελναν να ξεκολλήσουμε τους πατεράδες μας από το τάβλι. Παραδείγματα: «θα κατεβάσουν δήμαρχο από τον Συνοικισμό» ή «τσάκαλος ο  δικός μας η ποντιάκλα, θα πάρει συμβούλους από τη Μητρόπολη». Συνοικισμός ήταν εξ Ανατολικής Ρωμυλίας, Μητρόπολη σήμαινε Βαρόσι και γηγενείς. Γηγενέστεροι από εμάς.

Οι παλαιότεροι , που έζησαν Οχράνες και ΤΕΑ, Μάυδες και «εκδηλωμένους» ήταν μάλλον μπερδεμένοι, αν και ο συνδυασμός «εαμοβούλγαρος» και «υπόπτου εθνικού φρονήματος» σκόνταφτε σε κάτι προεστούς που εκ βερχοβιστών, άλλαξαν στο δημοψήφισμα για την επιστροφή του Γεωργίου και έγιναν βασιλόφρονες. Αφήνω ανερμήνευτες τις ορολογίες, για να καταλάβετε πως ήταν ανερμήνευτες και για μας, τα πίτσκα. Ήταν και ψυχρός πόλεμος και η εθνικοφροσύνη διαβατήριο.

Σημασία δεν έδινα σ’ αυτά. Έχω πολλούς φίλους ντόπιους και συχνά αλληλοδουλευόμαστε με επιθετικά ανέκδοτα που δημιουργούν το ίδιο γέλιο πάντα. Με τους κράληδες, τους κεχαγιάδες  και τους ηγεμόνες όλων των  μελετιών τα έχω, επειδή διαχρονικά εξαργύρωναν τα ψηφαλάκια σε κομματικές θέσεις.

Καταλήγω, στον λυμεώνα που κλείνει τον ηλικιακό οριζοντα, πως η εθνωτική πανούκλα, κυβερνιέται από  επαγγελματίες του χώρου. Και πως αν μας άφηναν να φτιάξουμε τα καλύβια μας, διαλέγοντας γείτονες, θα μας ένοιαζε να μην ήταν ο διπλανός μας μούγκλάβος, σίχαμα, ενδοτικός ή γλιτσερός, κι ας λαλούσαμε με ηχηρή η άηχη  διάλεκτο τους χτύπους της καρδιάς μας.