• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Όταν πυρώνει ζεστός μήνας Ιούλιος
Πάνος Θεοδωρίδης | 03.07.2017 | 00:01
Κάθε που μπαίνει ο Ιούλιος, αρκετά χρόνια τώρα, αισθάνομαι έναν εκνευρισμό, που περνάει μαχαίρι στις δέκα του μηνός. Και η αιτία δεν είναι πολιτική ή κάποια ταραχή για την λήξη ενός δεσμού ή κάτι σχετικό με διάλογο ενώπιον καθρέπτου.
 
Διότι δέκα του μηνός, βεβαιότατα και ασφαλώς, με έσπειραν. Οι γονείς μου παντρεύτηκαν δέκα Ιουλίου του 1947, στον άγιο Κωνσταντίνο, στα Γιαννιτσά, και αυθημερόν κατέβηκαν Σαλονίκη, και πέρασαν την πρώτη νύχτα του γάμου τους στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεττανία» στην Εγνατία, σήμερα έδρα ενός Ωδείου.
 
Και τώρα, μη ξεκινάτε τις ενστάσεις, πάνω στο αιώνιο φιλοσοφικό ερώτημα «άδηλα τα πάθη, οι μαρτυρίες ανωφελείς, η φύσις καλεί» και τα παρόμοια.
 
Διότι ήταν δάσκαλοι αμφότεροι, και στα γενετήσια, δούλευε βαρύς προγραμματισμός. Δεν θα επιχειρούσαν τεκνοποιΐες σε καμία άλλη περίοδο, που θα τους ανάγκαζε να είναι απόντες στα κρίσιμα μηνάκια του σχολικού έτους, που θα προέρχονταν από κάποιο ξεσάλωμα πρωτοχρονιάς ή ένα παραπάνω ποτηράκι στις Απόκρηες. Αυτά θα είχαν αποτέλεσμα, μωρά καπάκι πάνω στον Σεπτέμβριο ή πάνω στη Χριστουγεννιάτικη σχολική εορτή.
 
Είχαν εξήντα μαθητές, ενίοτε και ογδόντα, να φροντίσουν. Αυτά ήταν τα παιδιά τους. Έξι δάσκαλοι, για πεντακόσια παιδιά.
 
Ενώ, ξεκινώντας διαδικασία για γεννητούρια μετά την ετήσια έκθεση χειροτεχνημάτων και τις γυμναστικές επιδείξεις, αυγή καλοκαιριού, ο μπέμπης ή η μπέμπα θα σαράντιζαν μέσα στις διακοπές, και θα είχαν «ξεπεταχτεί» κατά την έκφραση, στα πρώτα μαθήματα.
 
Κι έτσι, η άδεια κυήσεως θα ήταν υπόθεση της άνοιξης, και η κατάσταση θα ισορροπούσε, επειδή θα απόμεναν υπόλοιπα και ουρές της σχολικής χρονιάς. Δεν ήταν μόνο δική τους υπόθεση, αλλά και πολλών συναδέλφων τους. Πολλά δασκαλοπαίδια γιορτάζαμε γενέθλια τους ανοιξιάτικους μήνες.
 
Επομένως οι γάμοι και οι λοιπές ενώσεις της σαρκός, σε συνδυασμό με τις γόνιμες ημέρες ,ήταν αποτέλεσμα όχι έξαψης, αλλά προσεκτικού προγραμματισμού.
 
Αφήνω τα παραπληρωματικά. Ο πατέρας μου κόντευε τα σαράντα και τον θεωρούσαν παππού και όχι πατέρα του μικρού μου αδελφού, ήδη στα πενήντα. Είχε γνωρίσει τη μάνα μου σε διδασκαλικό συνέδριο το 1946, και μαγεύτηκε. Φρόντισε να πάρει ένα υπηρεσιακό ερπυστιοφόρο και να έρθει στο χωριό που εκείνη υπηρετούσε, με ένα δεμάτι αξιοθρήνητα χρυσάνθεμα, για να της προτείνει ραντεβού.
 
Αμφότεροι είχαν οικογενειακά ζητήματα. Η μάνα μου το έλυσε, ένα λεπτό πριν αποχαιρετίσει τη φαμίλια της, μετά  τις διακοπές των Χριστουγέννων ανήμερα των 25ων γενεθλίων της,λέγοντάς τους «α, και να ξέρετε, αρραβωνιάστηκα». Ο πατέρας μου αντιμετώπισε την μητρική παγωμάρα. Ο Φέντιας δεν θα έπαιρνε Ποντία! Θα έπαιρνε μια βαμμένη με πομάδες και ρουζ που έβγαζε τα φρύδια της και στη θάλασσα πήγαινε στα μπαιν μιξ και ήταν όλο λούσο και δεν έπινε νερό στα τραπέζια στρέφοντας με συστολή το κεφάλι προς τα έξω.
 
Την πρώτη τους νύχτα, ακολούθησαν τελετουργικό. Προηγήθηκε, μόλις έμειναν μόνοι, κοφτή και ειλικρινής ανταλλαγή των αισθηματικών τους ζητημάτων, και ,ώ της σκηνής, κάψιμο στο λαβομάνο του ξενοδοχείου, ερωτικών επιστολών δεμένων με σπαγκάκι ή κορδελίτσα. Τίποτε δεν έκρυψαν, ανκαι η εποχή και η ζωούλα τους δεν διέθετε πολλά κεφάλαια επ΄αυτού. Φαντάζομαι πως δεν θα τους πήρε μήτε μισή ώρα για να ξεμπλέξουν κι από αυτό.
 
Έζησαν μαζί τριανταδύο χρόνια, και η μάνα μου άλλα τριανταεφτά ως χήρα. Δεν μάλωσαν ποτέ.
 
Άπαξ, στο σιδέρωμα επάνω το 1958, εκείνος της είπε «Βαγγελιώ, και όμως σκότωσαν πολλούς οι κομμουνισταί» και εκείνη μουρμούρισε απλώς «Μπουραντάδες νε, μαύρη αντίδραση».
 
Οικογένειες βαμμένες, μαύρη και κόκκινη. Αμφότερες «ξεπεσμένες». Οι μεν άφησαν το βιός τους α σην Ρωσίαν, και προσφύγεψαν, οι δε είδαν το σπιτικό τους να καίγεται και να διαρπάζεται από έρμους πρόσφυγες οχ την γειτονική Ροτόντα.
 
Η μάνα μου δεν είχε νυφικο, μήτε φωτογραφία υπάρχει. Μερεμέτισε ένα σεμνό φόρεμα η αδερφή της, που ήταν τσακάλω στη ραπτική. Ακόμη και οι βέρες ήταν δανεικές- έφτιαξαν τις δικές τους αργότερα.
 
Μόνο μια φορά, γυρνάω από ανασκαφή στα Μαντεμοχώρια και βρίσκω τη μάνα μου ταραγμένη, ενώ ο πατέρας ήταν κλεισμένος σε ένα δωμάτιο για να μη ακτινοβοληθούμε για μια θεραπεία που έκανε ως πειραματόζωο για τον θυροειδή. Άρχιζαν τα τελευταία του.
 
Και μου εξομολογήθηκε πως είχε συναντήσει τυχαία στον Κατράντζο , ένα νεανικό της αίσθημα με έναν ΕΠΟΝΙΤΗ και ξεράθηκαν αμφότεροι. Μετά από μερικές ημέρες μελαγχολίας, συγκάλεσα οικογενειακό συμβούλιο και ενημέρωσα τον πατερα μου. Συγκινήθηκε και της φέρθηκε στοργικά, την παραστάθηκε.
 
Εξάλλου κι αυτός, θεωρητικά άκαπνος, προφασίζονταν κάθε τόσο πως λείπει μαϊντανός απο το σπίτι, ή κάρτεψε το λάχανο και πετάγονταν στη Μπότσαρη να φέρει, προλαβαίνοντας να φουμάρει δυο τρία, στα πνιχτά.
 
Γι αυτό και αισθάνομαι εκνευρισμό, ειδικά τώρα που λείπουν από τον χάρτη, γονείς εκατοντάδων παιδιών και δάσκαλοί μου.