• • •
• • •
Kostas Koutsolelos | 28.05.2017
Vanessa Karageorgou | 28.05.2017
Auguste Corteau | 28.05.2017
Nikolas Liolios | 28.05.2017
Θρηνητική ωδή για έναν παπάτζα
Πάνος Θεοδωρίδης | 20.05.2017 | 00:47
 
Tην επόμενη μέρα στέλνουν κι  άλλο απόσπασμα και συλλαμβάνουν όχι άνθρωπο, αλλά δυό έρμα παλιάλογα και μια καπελαδούρα σκιασμού απο έναν στρατιώτη που ο ίδιος ξέφυγε αλλά την άφησε λάφυρο στους διώκτες του.Αμέσως οργανώθηκε πάλι θρίαμμος στη πόλη και όλοι χάζευαν τα αιχμάλωτα ζωντανά, σα νά τανε μέγα γεγονός, ενώ, κορυφαίο λάφυρο, το σκιάδιο το περιέφεραν πάνω σε κοντάρι. Και πάλι γράμμα του ανίκανου προς τον βασιλιά: τα πολεμικά ζητήματα  πάνε θαυμάσια!
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΤΑΦΛΩΡΟΝ ΠΕΡΙ ΑΛΩΣΕΩΣ(απόδοση)
 
 
 
Μας δίχασες, κισσέ με το πλάνο ψήλωμα, σε ξένα ανασηκώματα δεμένε. Κι ο διχασμός αυτός δεν είναι ο παραγωγικός, να βαράμε τους φασίσται και τους εμμονικοί και αυτούς που θέλουν το καλό μας επειδή δεν εγάμησαν την καλή τους, είτε διότι δεν τους ήθελε, είτε διότι ήτονε ταμένοι. Είναι ο απεχθέστερος, ο πιο τραγικός, και το κυριότερο, ο πιό ύπουλος.
 
Ποιοί πατεράδες σε έσπειραν, αφιλότιμε νενέκο! Ποιές μάνες σε παινεύανε ,χωμένες στο κουνκαν και στη ζήλεια για τον γείτονα! Ποιοί δάσκαλοι σε ανάστησαν, λουφαδόρε ,τρέσαντα, παρλαπιπωμένε , κλείνοντας τα μάτια όταν έδινες γραπτά του κώλου και αναστέναζαν «άστα να πάνε, θα τον περάσω».
 
Απο ποιά λασκαρισμένη στρόφιγγα, αγεωγράφητε, φούκικη, ανευλόγητε απο την ηθική της καύλας και της αυτογνωσίας, τς κολακείας κριβωμένον φίδρυμα, άνερ γλοιέ μν πολιτεύσασθαι, στρυφνέ δ πονηρεύσασθαι, τρυφερέ δεν, ευφε τν ναβολήν, τριπτε πλοις τς χερας, γυμνασί πρέπων, μίαντε αματι, από ποιά λειψανάβατη παρέα ματσωμένων ομοίων σου, σε έλαβε ο παπαράντζας και σε όρισε κεχαγιά στ΄αρχίδια μας;
 
Κι ο παπατζής που μπερδεύει τον ελαφρόμυαλο, κι ο έρμος που γητεύει με αλατζάδες τις τρελές με τις τακούνες, ξέρει περισσότερα για το Βαθύ, σχεδόν Μαύρο Παιγνιώδες που καλύπτει κάθε ρέμπελη καρδιά. Ζει παίζοντας και ελπίζοντας. Και συ, απειρόκαλλε, σάστισες που ένας σημαδιακός, υστερικός με το εγώ του, κομψεπίκομψος και αζάπης, θα σου δίδασκε θεωρία των παιγνίων, και συ το΄χαψες, μπούφο.
 
Πως δεν τους είχα πάρει χαμπάρι, ο κυφότραυλος και πελεγρίνος του αυθάδους, όλους αυτούς που με τριγύριζαν, στα νιάτα τους! Ήταν τα παρεάκια μου, οι κολλητοί μου, οι παιγνιώτες μου! Επειδή ήταν ευρηματικοί και χαλαροί στις ατάκες τους, επειδή ασύστολα έπαιζαν και νόμιζα, ο βλαξ, πως κανενός δεν του πρέπει κόψιμο καλημέρας και απομόνωση επειδή κατάπιναν ιδεολογικές βενζινόκολλες!
 
Δεν τους φήφιζα, αλλά τους γούσταρα. Έμοιαζαν δημιουργημένοι από αναρίθμητα κομματικά μαλακά υπογάστρια και γρομπαλάκια πολιτικών ανευρυσμάτων.Έτρεμαν το καπέλωμα, στα ακροατήρια ήταν οι μάγοι  «επί της διαδικασίας,ο Τσαουσέσκου και ο Χότζα στο απυρόβλητο, δικάστηκαν επι χούντας χαιράμενοι, διότι είχαν προβολή. Είχα προεξοφλήσει, ο αίσχιστος, πως θα γερνούσαν αυχούντες για αγώνες που έχασαν κατά σύστημα. Και τους ένωσε το ζελέ σου!
 
Ποια διαπλοκή , ποιος νουνός και ποιος κουμπάρος! Μήπως σου εξομολογήθηκαν σε τι παιχνίδια έπαιξαν, πόσες μίζες τσίμπησαν, πόση εργολαβία (ήτοι «φλερτ») άσκησαν βάναυσοι και κακογαμημένοι, στις σημερινές πεφυσιωμένες αφέντρες με το μαλλι στουπέτσι που τρύπωσαν σε θεσμούς και ιδρύματα ωσάν τις κλέφτρες κίσσες, έμπειρες  στις κουμπότρυπες του Νόμου και στη γαλιφιά της «υπέρτατης αποστολής». Προπαίδεια κανένας και καμία τους-αλλά στους μιγαδικούς αριθμούς, σαΐνια, να σου παίρνουνε το σκαλπ.
 
Σου έτυχε η κλήρα η τυχερή, το κωλόπαιδο που εκράταε στη λοταρία με τις τσικουλάτες και τα ξινισμένα κρασοβόλια σφιχτά στην παλάμη τον λαχνό σου, σοφά κρυμμένον ανάμεσα μέσο και παράμεσο, για να ανακατεύει τάχα γκαβός τα στριμμένα χαρτάκια μέσα στο σακκούλι, ώστε να τονε βγάλει δημοσίως και να φωνάξει «το καλάθι το κερδάει το δεκατέσσερα!» κι έπειτα, στη ζούλα να του επιστρέφεις τα δώρα, κρατώντας μια σοκοφρέτα, την πρώτη απατεωνιά της ζωής σου, υπέρ του κρυφού σου φιλαράκου.
 
Σου έτυχαν απέναντι ένας αναβάσταγος χωρις ιδέες που νομίζει πως κατέχει την Δωρεά, μια τριφασικώς ιδεολογημένη απόγονος, ένας κατσικοπόδαρος που από μπαίγνιο στα κανάλια, φαντάζει λογικός και μετρημένος, κι ένας φτιαγμένος για κωζερί και εκπομπές που η μοίρα τονε θέλησε ηγέτη του τίποτε. Βρίσκεις και κάνεις. Κάνεις και βρίζεις. Οι ενάντιοί σου είναι άπαντες πουλημένα τομάρια για σένα, απουσιολόγοι, θαλαμοφύλακες, νεκροπομποί και αντεπαναστάτες, ενώ είναι τάλε κουάλε η μορφή στον καθρέφτη σου.
 
Και ο ένας στους πέντε που ακόμη χάφτει την αμετροέπειά σου, είναι κομμάτι της ανέλπιδης ή της αναίσθητης ζωής που πέρασαν βλεποντας τα βαρίδια να βγάζουνε φτερά και τους φελλούς να χώνονται στη μαρμίτα. Σκαφίδι δίχως άγκυρα είσαι, την ώρα σου περνάς εμβρόντητος που σου΄τυχαν τέτοια φλωριά στον βίο. Τεφαρίκι για τους δανειστές που προσεύχονταν γενιές ολόκληρες να τους τύχει τέτοιο λουκούμι μέσα στο μπισκοτολούκουμο.
 
Κι αυτό που σου ξαποστέλνω, δεν είναι καν λίβελλος, μήτε κάτι αρνητικό. Κι όταν ξεσποριάσει το ανάερο ξέφτι της λεύκας που ψάχνει σπόριμη γη, και πέσει σε στέρφο περιβάλλον, πάλι θα είμαι ο μόνος που θα σε λυπηθεί και τότε μόνον θα σε κλάψω. Με τα λόγια του Χρυσοστόμου στον Ευτρόπιο:
 
Οκ λεγόν σοι, νίκα συνεχς πετίμας μοι λέγοντι τληθ, τι γώ σε φιλ μλλον τν κολακευόντων; γ λέγχων πλέον κήδομαι τν χαριζομένων; Ο προσετίθην τος ήμασι τούτοις, τι ξιοπιστότερα τραύματα φίλων πρ κούσια φιλήματα χθρν; Ε τν μν νέσχου τραυμάτων, οκ ν σοι τ φιλήματα κείνων τν θάνατον τοτον τεκον· τ γρ μ τραύματα γείαν ργάζεται, τ δ κείνων φιλήματα νόσον νίατον κατεσκεύασε. Πο νν ο ονοχόοι; πο δ ο σοβοντες π τς γορς, κα μυρία παρ πσιν γκώμια λέγοντες;