• • •
• • •
Kostas Koutsolelos | 28.05.2017
Vanessa Karageorgou | 28.05.2017
Auguste Corteau | 28.05.2017
Nikolas Liolios | 28.05.2017
To πέτρινο σπίτι με τους τσατμάδες.
Πάνος Θεοδωρίδης | 18.05.2017 | 23:05
 
Το πέτρινο σπίτι με τον τσατμά, το μαύρο, το σκύλο, το αράπι, το δεμένο με ξυλοδεσιά, χωμάτινο στην κοιλίτσα του, βαρύ κι ασήκωτο στη βάση, εξηντάρι πάχος, αυτό που απάνω λαφραίνει με το μπαγδατί, με τη γιδότριχα, με καστανιά γκρίζα και ρηγματωμένη, με το σουβά γεμάτο πόντικες και τα ταβάνια λαφριά καλαμωτή ,συρματερή για να κολλάει το χάρτσι, είναι το δικό μας σπίτι.
 
Ακόμη κι αν το πλακώσαμε στο γκανάιτ και στα πλαστικά και του αλλάζουμε κουφώματα, πέτρινο σπίτι με τσατμά είναι κι όταν το καίγανε ή καίγονταν από γκαζιέρα, «γιαγκίν βαρ» κράζανε οι πυροσβέστες με την τρόμπα και πέταγαν λάσο κανάβινο ψηλά , σαν χιλιμπίληδες σε ροντέο, αλλά δεν έπιαναν το καλφ, το μοσχαράκι. Το τράβαγαν και κατέρρεε ο όροφος, ενω οι νοικοκυραίοι πέταγαν ό,τι μπορούσαν στην καταπακτή, διότι το πέτρινο κομμάτι δεν εκαίετο.
 
Παρεκτός φωτιά, το σπίτι ήτουνε απέθαντο και μόνον έναν κίνδυνο είχε: στην κεραμοσκεπή ή στη σχιστόπλακα που το κάλυπτε, κι ας μάκραινε η αστρέχα άχρι υπερβολής.
 
Απο το νεράκι της βροχής.
 
Ο άνεμος του χειμώνα κούναγε τα κεραμίδια, το χώμα της βροχής του Μάη μπούκωνε τις πλάκες και έμπαινε το νερό.
 
Πρώτα βρέχονταν το φίδι με τα κέρατα που έτρωγε τα ποντίκια, το αγαθό πνεύμα του σπιτιού. Μετά, σταγόνες, είτα ρυάκια βρόχινο δεν έγλυφαν τα εξωτερικά, παρά έφταναν στο χώμα το πατημένο στην κορφή του τοίχου και το λιάνιζαν. Και το σπίτι το πέτρινο ράγιζε, άνοιγε ωσάν το σύκο το μπαγιάτικο και έφευγε η ψυχή του, όπως φτερωτή νύμφη από το θκουλίκι του καρπού.
 
Το σπίτι το καναγκαιρίσιο, το πρόστυχο και αξέχαστο, είχε και ένα προτέρημα, πέρα απο τάβλες και μουσάντρες και ροκοκό στάμπες και βενετσιάνικους καθρέφτες απο το Λεβάντε.
 
Δεν ξεψυχούσε στην καρδιά. Το άκουγες να τρίζει και γεννούσε στιχάκια. Ακόμη και μέσα στις πολυκατοικί κέλλες και στο πλυντήριο ,στο ιταλικό πλακάκι και στις μπρούτζινες βέργες χωνεμένες στα μωσαϊκά των χώλλ, ω άσχολς, πέτρινο βρεμμένο σπίτι ήτανε. Κι άκουγε τα πάντα. Και την Ψαρούδα Μπενάκη να λαλεί για
 
τα εθνικά σύνορα και ένα μέρος της εθνικής κυριαρχίας θα περιορισθούν χάριν της ειρήνης, της ευημερίας και της ασφάλειας στη διευρυμένη Ευρώπη, τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη θα υποστούν μεταβολές, καθώς θα μπορούν να προστατεύονται, αλλά και να παραβιάζονται από αρχές και εξουσίες πέραν των γνωστών και καθιερωμένων και πάντως, η δημοκρατία θα συναντήσει προκλήσεις και θα δοκιμασθεί από ενδεχόμενες νέες μορφές διακυβέρνησης 
 
στην ορκωμοσία του Παπούλια, αυτουνού που δάνεισε τον Αντρέα να βάλει κεραμίδι πάνω απο κεφάλι του. Και επίσης άκουγε το 2010 πριν το Καστελόριζο εκείνον τον ανεκδιήγητο να αφηγείται οποία και οπόση γενεά άπιστη και διεστραμμένη κυβερνά.
 
Έχουν δίκιο πολλοί: ένα μνημόνιο υπογράψαμε.Ένα και πέτρινο και με φίδι στη στέγη. Όλα τα άλλα ήταν ματίσματα και μερεμέτια, επειδή τραπεζίτες και πολιτικοί και συνδικάλες και λαός πολύς ,έμεναν σε χορτολιβαδικές εκτάσεις και δεν άκουγαν τον ψίθυρο απο το σπίτι τους το πέτρινο με τον τσατμά.
 
Ποιος δεν ξέρει πως από τότε μας καπάρωναν με βαλκανικά μισθολόγια; Ποιος αμφέβαλε ποτέ πως οργανώνουν κοινωνίες φτιαγμένες να δουλεύουν μεροδούλι μεροφάι για να σώσουν τη δική τους κατανάλωση; Ποιος πιστεύει (απο το 2010!) πως τα πλεονάσματα και η νοικοκυρωσύνη που δεν προέρχεται από το συλλογικό ενδιάθετο, είναι για τον Πέο; (όχι τον Μπέο, τον Πέο!)
 
Κι όμως υποταχτήκαμε σε Φυλές που απλως μας απασχολούν «με τους αγώνες!». Και με το «υπάρχουν εναλλακτικές!». Τα κλάηματα και τα ψώμματα σώθηκαν. Ο καθένας χτίζει με τις τρίχες που του απόμειναν το γιατάκι του Καρκαβίτσα ανάμεσα Παράδεισο και Κόλαση.
 
Το σπίτι το πέτρινο με τον τσατμά θέλει στεφάνωμα σενάζι στα καπάκια των λίθων και των τσατμάδων κι ας τρέχει το νερό-ανάγκη δεν έχει. Είναι γλυκειά μαζόχα να σκλαβώνεσαι κι εμείς έχουμε γίνει εξπέρ στο καπέλωμα. Αφήνουμε παραδοσιακά τους τρελούς του χωριού να κυβερνάνε και τους Ταπόηδες, τους «Τσηλότατους γιατρούς».
 
 
Οχι με ρεαλισμό, αλλά με νατουραλισμό μας τάπωσα, κανάγιες και συσταζούμενοι, δήθεν μεγαλωμένοι με πεζά του Χατζόπουλου και του Βενέζη, του Δούκα και του Λορεντζάτου και κατ΄ουσίαν μιμητές του Τραυλαντώνη, του Ταγκόπουλου και του Τρανούλη. Και με την «Ιθάκη» του Καβάφη κοκκορόφτερο στον μπερέ σας, ωσάν  του κατσουλιέρη το καυκάκι.