• • •
• • •
Michael Rodopoulos | 20.01.2017
Maria Kiriakidoy | 20.01.2017
Elena Karagianni | 20.01.2017
Stelios Kaviris | 20.01.2017
Liana Gerasopoulou | 20.01.2017
Νεμπράσκα
Πάνος Θεοδωρίδης | 08.01.2017 | 02:38
To σπίτι που νοικιάζαμε από το 1950 έως το 1956 στα Γιαννιτσά, ήταν του Τσιρέλη, και είχε μεγάλη αυλή, μπροστά με ανθόκηπο, πίσω με δύο καϊσιές και το έλεγα «Νεμπράσκα».
 
Ερχόμασταν από της Μεντιχίας που ήταν κοντά στο ΠΙΚΠΑ και θα πηγαίναμε αργότερα στης Σαμολαδούς, κολλητά στου Ασικέλη και διαγωνίως με το σπίτι της μαμής της κυρίας Μυρτώς, αλλά εκείνα δεν τα έλεγα «Νεμπράσκα».
 
Ποτέ,μα ποτέ μου, δεν διασταύρωσα τα παρτάλια των αναμνήσεών μου, από τα παιδικά εκείνα χρόνια που ήμουνα από δύο έως οκτώ ετών. Επίσης, κι ενώ είχα αρκετές φορές την ευκαιρία, δεν δοκίμασα να περάσω από το σπίτι του Τσιρέλη και να ρίξω μια ματιά στη γειτονιά.
 
Ο λόγος ήταν μάλλον τραλαλί τραλαλό: είχα την πεποίθηση πως έζησα εκείνα τα χρόνια στην Νεμπράσκα. Δηλαδή σε μία Πολιτεία των ΗΠΑ. Την συγκεκριμένη. Και καθημερινώς αντάμωνα τα τεκμήρια εκείνης της παραμονής.
 
Ήταν ένα γραμματόσημο με δοντάκια που έγραφε Greetings from Nebraska και ιστορούσε ένα πάμφωτο καλύβι χωμένο στο χιόνι,  νυχτερινό, με δυό χαμογελαστά παιδάκια απέξω.
 
Ήταν ένα χρωματιστό περιοδικό, στο κομοδίνο στο σαλόνι, κάτω από την προπολεμική Kodak του πατέρα μου, εκείνην που διάλυσα για να δω τι έχει μέσα, που έδειχνε έναν τέως κακορρίζικο τόπο, ονόματι Ανθήλη που η αμερικάνικη βοήθεια είχε μετατρέψει σε έναν μαγευτικο ορυζώνα και δεν πέθνησκαν από ελονοσία.
 
Ήταν οι έγχρωμες φωτογραφίες από το περιοδικό ΗΛΙΟΣ που μοίραζε σε κάθε τεύχος του, ένα τυπογραφικό από την ομώνυμη εγκυκλοπαίδεια και ο Πατέρας τα μάζευε σε ντάνες για να τα δέσει κάποτε και είχε πάντοτε έγχρωμα φωτογραφία με κάτι ονομαστό απο την Νέα Ήπειρο, από τον Νιαγάρα έως το φράγμα Χούβερ.
 
Ήταν το αυτοκινητάκι του Τέλη Τσιρέλη, που ήταν φίλος μου, ένα χρόνο μικρότερος και είχε το σκυλάκι τον Ταρζάν και ήταν από τους συγγενείς του στην Αμερική, εκεί που θα πήγαινε και ο μεγαλύτερος αδελφός του ο Μιχαλάκης, αλλά όχι η Τζίνα, η Βιργινία, η αδελφή του.
 
Το αυτοκινητάκι ήταν κόκκινο και κουρδιστό και είχε λαστιχένιες ρόδες και στρίβοντας το τιμόνι έστριβαν κι αυτές. Είχε κι άλλα ,πολλά πράγματα εκεί που ήταν η έμοιαζαν αμερικάνικα.
 
Ακόμη κι αν δεν ήξερα εξαρχής την προέλευσή τους, ερχόταν κάποια στιγμή η απόδειξη. Όπως ένα επιτραπέζιο παιχνίδι με κάτι μολυβένιους κύκνους εξαίσια χρωματισμένους, και τα πρώτα τεύχη από τη «μικρή Λουλού» που ζούσε σε μια γειτονιά που έμοιαζε με τη δική μας: μπουγάδες στην αυλή, μονοκατοικίες, πολλά παιδάκια.
 
Απλώς δεν είχαμε τσάντες-γυλιούς της πλάτης και δεν βάζαμε το κολατσό σε τσαντάκι, όπως  ο Αλβιν και η Γκλόρια.Απέναντι έμεναν ο Λευτέρης και ο Βαγγέλης που είχε ένα σημάδι απο πέταλο αλόγου στο μάγουλο, και είχαν άλογο και κάρο. Παρακάτω έμενε η Πατρούλα.Δίπλα μας η κυρία Ζωή και από την άλλη μεριά ένα ζευγάρι γερόντων που ο παππούς απόθανε και τότε πρωτοείδα νεκρό, με ένα κερί στο γυμνό δωμάτιο, πάνωθέ του.Παρακάτω έμενε η κυρα Κανέλλα.
 
Η σχέση πάντως με τη Νεμπράσκα ήταν το χιόνι. Κάθε χρόνο, στη γειτονια μας χιόνιζε. Τουλάχιστον αυτό που έβλεπα: το εκκοκιστήριο Εφαρμοστίδη, ήτοι το μαυσωλείο του Εβρενός, το σπίτι του Αρβανίτη με τις βαρέλες το κρασί και την αποθήκη που γέμιζε εργάτριες από την Χαλκιδική που τις έφερναν για τα μπαμπάτσα το φθινόπωρο και το στενάκι πίσω μας ώς το σπίτι του Ζεγγίνη.
 
Είχε χιόνι. Πολύ. Και γλύστρες και χιονάνθρωπο και χιονοπόλεμο. Και αρκετές φωτογραφίες- θυμάμαι αρκετές ,κι ας μη τις κατέχω, κάτι έπιανε τη γειτονιά και φωτογραφίζονταν με το χιόνι.
 
Με το νηπιαγωγείο στο πάρκο με τον Μπίλη. Με τον Τέλη και την Πατρούλα στην αυλή της και χιονάνθρωπο. Με τη μάνα μου αγκαλιά και ο παπάκος μου να μου κάνει γουτσου γούτσου και να κλαίω.Μόνος μου με μια ψευτογούνα με αυτάκια με τη μια κάλτσα πεσμένη να κοιτάζω εμβρόντητος.Πάντα με χιόνι. Στη Νεμπράσκα. Στο λερωμένο χιόνι της αυθάδειας των μεσοπολεμικών πόλεων. Που κάποτε θα έγδερνα με τα νύχια μου.
‘Ολα αυτά τελείωσαν με αίμα και δάκρυα, όταν το μοναδικό όχημα που περνούσε από τον δρόμο μας, η ποτιστήρα του Δήμου, που ήταν μεταποιημένη Καμήλα Φορντ, κόκκινη, βρήκε να πατήσει το σκυλάκι του Τέλη, τον Ταρζάν και χάσαμε τον καλύτερό μας φίλο, και μας έβαλαν να πλενόμαστε στη βρύση του κήπου από τα αίματα και δεν μας είπαν ποτέ που και πότε έγινε η κηδεία.
 
Ανθήλη και Κόντακ και Νεμπράσκα τυλίχτηκαν με ένα κόκκινο οθόνιο, θαρρείς από καρτούν και το αίμα του Ταρζάν γέμισε το μυαλό μου, χωρις να μπορέσω να κάνω κάτι γι αυτό έκτοτε.
 
Ξαναβρέθηκα με σκυλί μετά την ηλικία των σαράντα και η μετέπειτα εξέλιξή μου ήταν σαφέστατα βαλκανί-ανατόλια-αβρούπα-μαγκρίμπι-Ναμασκόφσκιε βετσερά, κι από το χιονισμένο καλυβάκι στο οδοντωτό χαρτάκι ξεχύνεται το κόκκινο αίμα με τους κουβάδες όποτε τάχα γλυκαίνω ο  αρσούζης και γρουσούζης και τάχα νοσταλγώ την αξέχαστή μου γειτονιά.