• • •
• • •
Fotini Nikopoulou | 28.05.2017
Olga Yannou | 28.05.2017
Eleftheria Meto | 28.05.2017
Areti Kampitsi | 28.05.2017
Βεργίνα, όπως Βάρη
Βεργίνα. Κάπως έτσι ξεκινά η κατάδυση στους θησαυρούς που έφερε στο φως ένας σπάνιος άνθρωπος ονόματι Μανόλης Ανδρόνικος. Με το που καταδύεσαι, το σκοτάδι σε κυριαρχεί, σου επιβάλλεται, σε αφήνει με τους δικούς σου ρυθμούς, μακριά από το πάντα πιεστικό φως της μέρας να προσεγγίσεις τις φωτεινές βιτρίνες. Στεφάνια μυρτιάς ή βαλανιδιάς, λάρνακες, λουτήρες, χίλια δυο μικροαντικείμενα καθαρισμένα, τακτοποιημένα, με χαραγμένη ανεξίτηλα πάνω τους τη λεπτότητα ενός πολιτισμού που, κοντά δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά τη δύση του, σου ξετυλίγει μπροστά στα μάτια σου μια διαφορετική σχέση ανθρώπου-φύσης. Μια σχέση άλλη, όπου ο άνθρωπος δεν την κυριαρχεί, δεν της επιβάλλεται, δεν τη μπαζώνει. Αλλά τη φτιάχνει τέχνη, στολίζει μ' αυτή τους νεκρούς του για να τους επιστρέψει, ανθοστόλιστους, στη γη. Ενός πολιτισμού άλλου, που σε ξενίζει με τον τρόπο που κεντά το χρυσό, που ντύνει το χρόνο του. Αλλά, ταυτόχρονα, σε τραβά κοντά του - μέσα του.
 
Η ανάδυση, επίπονη. Πέρα απ’ το φως, που μετά την περιήγηση στα σκοτάδια της ιστορίας σε αιφνιδιάζει, βγαίνοντας σε περιμένει σχεδόν απέναντι απ’ την είσοδο κι η πρώτη οικογενειακή ταβέρνα. Παρακάτω, το σνακ-μπαρ. Κι ύστερα, ένα δάσος από χάρτινα τραπεζομάντηλα: σουβλάκια, μπιφτέκια στα κάρβουνα ζώνουν τους τάφους περιμένοντας τον επισκέπτη για να τον χορτάσουν. Εξαντλημένος από την περιήγηση στους αιώνες να πιει την κόκα κόλα του, να φάει ένα με απ’ όλα για να συνέλθει, να επιστρέψει στις στοργικές αγκάλες ενός σουβλατζίδικου πολιτισμού που ποτέ δεν τον άφησε νηστικό. Γιατί, κακά τα ψέματα, οι κληρονόμοι - και όχι «απόγονοι», κληρονόμοι και μάλιστα καλοφαγάδες, όπως κάθε κληρονόμος που σέβεται τον εαυτό του - δεν χάνουν το χρόνο τους με ψιλολογήματα: πεινάνε. Στην Αμφίπολη, ακούω, άνοιξαν οι πρώτες καντίνες.