• • •
• • •
Georgia Goratsa | 29.03.2017
Maria Petritsi | 29.03.2017
Michael Rodopoulos | 29.03.2017
Λυμεώνας | 29.03.2017
wishwis(h)dom | 29.03.2017
Αϊζενστάιν -- Ιβάν ο Τρομερός
Παρεξήγηση, my ass
Sraosha | 06.10.2016 | 10:43
Η χθεσινή κατρακύλα της θλιβερής κυβέρνησης στα θέματα σχεσεων με την Εκκλησία είναι κωμικοτραγική αλλά μάλλον αναμενόμενη. Η κυβέρνηση αυτή είναι ανίκανη να προωθήσει κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και αναγκαίες αλλαγές έστω και σε μη-οικονομικό επίπεδο. Συρόμενη από συνθηκολόγηση σε φιάσκο και από εξαπάτηση σε παλινωδία αναδεικνύεται σε επιτελείο λιγότερο ικανό από την κυβέρνηση ΓΑΠ και πολλαπλά καταστροφικότερο.
 
Αλλά ας σταθούμε στη δήλωση του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, αυτού του άτυπου αλλά πανίσχυρου πολιτειακού παράγοντα: ότι λύθηκαν όλες οι παρεξηγήσεις.
 
Την παρεξήγηση ως ερμηνεία του "γιατί μαλώνουμε" την επικαλείται παραδοσιακά η ελληνική κουτοπονηριά, όπου η κουτοπονηριά αποτελεί βεβαίως πολιτική αναλυτική κατηγορία. Γράφει ο Γιάννης Ανδρουλιδάκης:
 
"Οι ελληνικές ταινίες του '60 και του '70, αυτός ο υπερτιμημένος και παραχαϊδεμένος άθλιος μηχανισμός ιδεολογικής αποχαύνωσης της ελληνικής κοινωνίας, χρησιμοποιούν την παρεξήγηση όπως η τραγωδία τον από μηχανής θεό. Στο τέλος, εκεί που όλοι παντρεύονται, αποκαλύπτεται ότι δεν υπήρχαν πραγματικές συγκρούσεις ούτε υλικές αντιθέσεις ούτε οτιδήποτε άλλο αξίζει να πάρεις έμπρακτη θέση για αυτό, αλλά μόνο ένα πρόβλημα συνεννόησης. Μία θέση εξαιρετικά βολική για μια βαθιά ταξική κοινωνία, η οποία εξερχόταν από την πληγή του εμφυλίου.
 
Την ίδια αφήγησης της «παρεξήγησης» ωστόσο, αποδέχθηκε ασμένως και η μετεμφυλιακή αριστερά, για να εξηγήσει τον αποκλεισμό της από την ελληνική πολιτεία: οι κομμουνιστές τις δεκαετίες που ακολούθησαν την ήττα, δεν υπερασπίστηκαν κανέναν άλλο στόχο πέρα από το να πουν ότι στην πραγματικότητα ήταν εξίσου «καλοί Ελληνες» με τους αστούς και να ζητήσουν να γίνει κατανοητή αυτή η πραγματικότητα -όλες οι πραγματικές αντιθέσεις που οδήγησαν την ελληνική κοινωνία στην πόλωση, κρύφτηκαν κάτω από το χαλί. Δεν μπορούμε παρά να διακρίνουμε εδώ την ιδεολογική επιρροή του υπαρκτού σοσιαλισμού: και εκεί όλα τα προβλήματα ανάγονταν σε «παρεξηγήσεις», ποτέ σε ανταγωνιστικά συμφέροντα μέσα στην κοινωνία."
 
Υπάρχει όμως κι ακόμα μία διάσταση: η "παρεξήγηση" ως εργαλείο για την απαξίωση της πραγματικής διαφωνίας και για την ακύρωσή της χρησιμοποιείται ήδη από τις παραδοσιακές ελίτ στην Ελλάδα: τον κοτζαμπάση (συγγνώμη: "προύχοντα"), τον παπά-δεσπότη-γούμενο, τον pater familias, την τυραννική πεθερά, τον έμπορα κτλ.
 
Η παρεξήγηση είναι μια βολική μη-ερμηνεία για τα αίτια της όποιας σύγκρουσης και είναι βεβαίως αντιδιαλεκτική: δεν υπήρξε καν αντίθεση στη θέση μου, δεν ετέθη ποτέ ζήτημα οποιασδήποτε αμφισβήτησης, διαφωνίας ή -- θεός φυλάξοι! -- σύγκρουσης.
 
Η εκ των υστέρων επίκληση της παρεξήγησης βρίσκεται στην ίδια κατηγορία περιορισμού του φάσματος της συζήτησης και της διαφωνίας με τον αντανακλαστικό τρόμο της "διχόνοιας" που επικαλούνται οι καινοφανείς Έλληνες αστοί ήδη από την εποχή του Βενιζέλου (του κανονικού). Προς θεού, ενότητα. Δηλαδή: προς θεού, μη μας αμφισβητείτε, μη διαφωνείτε καν μαζί μας.
 
Η επίκληση της παρεξήγησης ως μέθοδος κουκουλώματος επίσης βρίσκεται στην ίδια κατηγορία με τη μανατζερίστικη αμερικανιά "we need to communicate more", κάθε φορά που επιλύεται μια διαφωνία εις βάρος σου: δεν φταις εσύ, τέκνον / υπάλληλε, παρά μόνο στο ότι δεν εξήγησες τις όποιες θέσεις κι ανάγκες σου με τον τρόπο και στα πλαίσια που εγώ ήθελα κι επιτρέπω εξαρχής.